Skip to content

γιούρογκρουπ

1 Ιουλίου, 2015

unnamed

Βγαίνω απ’ αυτή τη μικρή τρύπα της ιστορίας
Ανάμεσα σε ένα μνημόνιο και σ’ ένα άλλο
Ανάμεσα σε μια προδοσία και μια άλλη
Βγαίνω όπως το σκαθάρι βγαίνει για λίγο από το χώμα στην επιφάνεια
Σε μια μεταφύτευση ίσως ή σε ένα σκάλισμα της γης
Και μετά μένει για λίγο ανάσκελα να κουνάει τα ποδαράκια του στον αέρα
Έτσι κι εγώ
Βγαίνω, για λίγο,
(τους το έσκασα, δες!)
Για να σου πω πόσο σ’ αγαπώ
Και πόσο σε θέλω
Και με μνημόνια και χωρίς
Και με φράγκα και χωρίς
Με προλεταριακή συνείδηση ή χωρίς
Με μαγιό ή χωρίς
(όμως πόσο μ’ ανάβει το σημάδι απ’ το μαγιό σου!)
...
Να σε ρωτήσω κάτι;
Αν χρεοκοπήσουμε θα με αφήσεις να σου γλύψω το αυτί;
Θα με πας να ξεροψηθούμε σε μια παραλία,
Να δροσιστούμε στο γάργαρο νερό,
Να κάνουμε πάλι έρωτα στη σκηνή;
Πες μου γρήγορα, πριν τελειώσει κι αυτό το γιούρογκρουπ,
Αν χρεοκοπήσουμε θα με αφήσεις να σου γλύψω το αυτί;
...
Πες μου, τώρα που και πάλι δεν θα ‘χουμε μία
(και πότε είχαμε, θα μου πεις..)
Πες μου, τόσο μπλε τι θα το κάνουμε;
Τόση θάλασσα τι θα την κάνουμε;
Πέντε χρόνια τρομαγμένοι και σκυφτοί
Πάνω από τραπεζογραμμάτια
Αγώνας δρόμου απ’ την οδύνη στην ηδονή
Και πάλι πίσω
Σαν τον νοικοκύρη που το πρωί του Σαββάτου μετά τη λαΐκή περνάει απ’ τις πουτάνες
με μια σακούλα κολοκυθάκια στο χέρι
Γαντζωμένοι με τα νύχια στα δελτία των 8
Όπως το τσιμπούρι στη μύτη του σκύλου
Πες μου, πες μου,
Τώρα που σπάσαμε το φόβο, τόσο μπλε τι θα το κάνουμε;
Τώρα που ο πόλεμος θα γίνει και πάλι ταξικός
Τόσο ουρανό τι θα τον κάνουμε;
...
Πες μου,
Στον ιδρώτα που χύσαμε στις Τρύπες το χειμώνα του ’94
Στα ναρκωτικά που πήραμε μαζί στα φεστιβάλ
Στους χορούς που ρίξαμε τα καλοκαίρια στα πανηγύρια
Πες μου ότι θα με καβλώνεις έτσι και χωρίς ευρώ
Ότι θα με θέλεις κι έξω απ’ την Ευρώπη
Μακριά από ευνοΐκά για επενδύσεις περιβάλλοντα
Κι ανέραστους τραπεζίτες
Όταν απαλλοτριώνονται οι τράπεζες
Φωτιές θα φέγγουν τα πρόσωπά μας
Και τα γυφτάκια της πόλης θα χορεύουν και θα γελούν
Με σιγουριά
Γύρω απ’ τα συντρίμια
Γιατί είχαν δίκιο απ’ την αρχή
Είχαν πάντα δίκιο
Πες μου
Πες μου
Ότι θα με καβλώνεις και με δραχμή.

«και σεις ζωγραφίζετε νεκρές φύσεις»

28 Μαΐου, 2015

IMG_20140408_122226

Ένα πρωί τα ποιήματα θα βγάλουνε μικρά δοντάκια μυτερά να δαγκώσουνε στο σβέρκο τους ποιητές που δεν είδανε ποτέ ένα ζευγάρι σαγιονάρες στην άκρη της διαδήλωσης. Θα βγάλουμε κι εμείς άσπρα πανιά σε παράθυρα και μπαλκόνια να γράφουνε τη λέξη HELP με μεγάλα στρογγυλά γράμματα ή θα κρεμάσουμε σημαίες απ’ τα ρούχα μας στις κεραίες της τηλεόρασης να βραχυκυκλώσουν οι οθόνες, να απαγγέλλουν μόνο τους Ελεύθερους Πολιορκημένους.

Μια μέρα ανέβηκα στην ταράτσα και φώναζα Κατερίνα, Κατερίνα, μέχρι που δεν είχα άλλο αέρα στα πνευμόνια μου, εγώ έφηβος απροσάρμοστος κι εσύ ανεμώνα με πέταλα εύθραυστα που σκόρπισαν στο πρώτο ελαφρύ αεράκι. Σε έψαξα παντού, στις υπαίθριες αγορές, στα χαμηλοτάβανα μπαρ γύρω απ’ τη Βικτώρια, στα ΚΤΕΛ του Κηφισού, σε στάσεις λεωφορείων, σε αντιπολεμικές διαδηλώσεις, σε δημόσιες τουαλέτες, κι ο ζεστός αέρας του καλοκαιριού ερχόταν από μακριά ουρλιάζοντας “εδώ η ζωή μας ταύρος με καρφωμένα χιλιάδες φασιστικά μαχαιράκια, ξερνάει μαύρα τα αίματα μας και σεις ζωγραφίζετε νεκρές φύσεις”.

Να ‘σουν εδώ και θα κέρναγα τσιγάρο, θα σου λεγα ιστορίες, για τα απροσάρμοστα παιδιά της επαρχίας που, όταν οι υπόλοιποι μάθαιναν την Αθήνα απ’ τη Μονόπολη, εμείς τη μαθαίναμε από τα βιβλία σου: εδώ κοντά είν’ η Κοτζιά, η Κοκκινιά, η Αγία Βαρβάρα, πιο ‘κει το Μπουρνάζι, το Γουδί, το Μεταξουργείο, πυξίδα μας η Ομόνοια, προορισμός τα Εξάρχεια. Θα σου μιλούσα για στίχους, τσιτάτα και επαναστατικά μανιφέστα σε κουρελιασμένες αφίσες πάνω σε βρώμικους τοίχους καταλήψεων: κάθε μέρα μαγειρεύουμε πατάτες-έχουμε χάσει τη φαντασία μας-κάθε μέρα μαγειρεύουμε πατάτες-έχουμε χάσει τη φαντασία μας. Για καύτρες από τσιγάρα και μικροσκοπικά μπαλκόνια στην Ιουλιανού με μικρά γλαστράκια με πανσέδες, για τα παιδιά που βγήκαν με λύσσα στα οδοστρώματα και κατέβασαν όλα τα τζάμια του κέντρου, και στο τέλος κοιμήθηκαν κουλουριασμένα στο χαλί. Θα σου ‘λεγα και για ΄κείνο το Δεκέμβρη που διαβάζαμε ποιήματα σου γύρω απ’ τη φωτιά και για πρώτη φορά τους είχαμε στα ίσα.

Και δε φύγαμε ποτέ από την πόλη, ούτε και τα καλοκαίρια με καύσωνα, γιατί είχαμε αποφασίσει ν’ αλλάξουμε τον κόσμο κι αυτό δεν γίνεται με εξοχή, έτσι που σιγά σιγά το σπίτι μας έγινε η Πατησίων, και κάθε που νύχτωνε παίζαμε κλέφτες κι αστυνόμους στην Πατησίων, κι ερωτευόμασταν στην Πατησίων, και διαδηλώναμε στην Πατησίων πως αύριο δεν θα κλαίει πια κανένας. Αύριο δεν θα κλαίει πια κανένας.

Να ‘σουν εδώ να στα ‘λεγα, πως μας έφαγε όλους ο Μαρξισμός με το Μ κεφαλαίο σαν τις στέγες από τα σπιτάκια των φτωχών, και ψηλό, πιο ψηλό από εργοστάσιο με ανήλικους εργάτες στην Κίνα. Να ‘σουνα εδώ να ‘βλεπες πως σήμερα μας πνίγουνε με τα χημικά τους και στις φυλακές πως βασανίζουνε τους αφρικανούς με γυμνά καλώδια, στα μπλε κελιά πως χάνεται ο ήλιος, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης πως σπαταλιέται η ζωή. Να ‘σουνα να ‘βλεπες την εθνική ανάταση του ποδοσφαίρου και πως πανηγύριζαν τότε οι μαχαιροβγάλτες, (εμείς βέβαια κρυβόμασταν γιατί φοβόμασταν), μετά ήρθαν τα χειρότερα, χούφτες τα ψυχοφάρμακα, ύστερα έφυγε κι ο Χρόνης κι η δυστοπία μεγάλωσε. Να ‘σουν εδώ να ‘βλεπες τα απάτσι των αμερικάνικων στρατών και πόσο εύκολα μας σκοτώνουν πια με μοχλούς video games (ο ιμπεριαλισμός ανάμεσα μας κι ο μιχαήλ γκορμπατσόφ να διαφημίζει πίτσες, θα ξεκαρδιζόσουνα στα γέλια), μετά οι φασίστες σήκωσαν κεφάλι κι εμείς κουραστήκαμε να σηκώνουμε φέρετρα, τι να στα λέω, αργεί ακόμα η μέρα που θα μιλάμε με χρώματα και με νότες και θα τινάζουμε όλες τις πουστομηχανές του κόσμου στον αέρα, τελικά θα χρειαστούμε εκείνη τη μεγάλη όλο τρύπες μπλε ομπρέλα σου που μας χωράει όλους.

Κείμενο γραμμένο για ένα αφιέρωμα στην ποίηση της Μυρτώς Τάσιου στις 4 Μαρτίου στο Θέατρο Εμπρός. Ευχαριστώ την Όλια για την τιμή!

γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες (ή μικρό τεστ περί της παραγωγής εξουσιαστικού λόγου στον αντιεξουσιαστικό χώρο)

3 Μαΐου, 2015

Εντάξει γεμίσαμε πούστηδες, πουτάνες, γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες, έμφυλη καταπίεση και σεξιστικές εκδηλώσεις.

Η γλώσσα του μίσους στην υπάρχουσα εξουσιαστική κοινωνία είναι το τρανό παράδειγμα της ντοπαρισμένης ανδρικής υπερηφάνειας που επιβάλλει τον έμφυλο διαχωρισμό με σκοπό την εξόντωση όσων παρεκκλίνουν των κυρίαρχων προτύπων.

Όταν χρησιμοποιείται από εξουσιαστές.

Ή οπαδούς.

Όταν χρησιμοποιείται από αντιεξουσιαστές η παραπάνω πρόταση δεν ισχύει.

Όταν χρησιμοποιείται από αντιεξουσιαστές η απόκλιση από την πατριαρχική αντίληψη για τον κόσμο μπορεί να τεκμηριωθεί θεωρητικά, άρα και να δικαιολογηθεί.

Σε αυτή την περίπτωση το γνωστό τρίπτυχο «πούστης-πουτάνα-καριόλα» δεν βρωμάει τεστοστερόνη, απλώς χρησιμοποιείται εν τη ρύμη του λόγου.

Είναι απλά ένα εργαλείο ερμηνείας του κόσμου.

Είναι όπλο στον ταξικό πόλεμο και στον ταξικό πόλεμο όλα επιτρέπονται.

Τι συμβαίνει όμως αν πέσεις ανυποψίαστος πάνω στο σεξιστικό/ ομοφοβικό βόθρο χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία κατανόησης του;

Με άλλα λόγια, πως καταλαβαίνεις εάν ο «πούστης», η «πουτάνα» και η «καργιόλα» είναι εξουσιαστικός ή αντιεξουσιαστικός λόγος;

Πότε είναι εντάξει να γαμιέται η μάνα σου και πότε όχι;

Πότε είναι βρισιά να παίρνεις τον πούλο και πότε φιλοφρόνηση;

Πότε είσαι τελειωμένος οπαδός και πότε πολιτικό ον με πολιτική δράση;

Έβαλα να παίζουν ταυτόχρονα τρία βίντεο στο youtube, αυτό του φασίστα Παναγιώταρου έξω από το θέατρο Χυτήριο, το βίντεο του Γιαννακόπουλου που βρίζει τον Σπανούλη και το βίντεο που αντιεξουσιαστές την πέφτουν στον Βαρουφάκη στα Εξάρχεια.

Χωρίς να κοιτάω την οθόνη δεν ξεχώριζα ποιος διεκδικούσε το δικαίωμα του στην πολιτική ανυπακοή απέναντι στις εξουσιαστικές δομές και ποιος ήταν απλά κρετίνος.

Μετά όμως διάβασα όλα τα σχόλια των ομοϊδεατών τους κάτω από τα βίντεο του youtube και στην αντίστοιχη σελίδα σχολιασμού στο ιντυμήντια και κατάλαβα τη διαφορά.

Έτσι έφτιαξα το παρακάτω τεστ για να σας βοηθήσω κι εσάς στο διαχωρισμό σεξιστικού/ ομοφοβικού/ εξουσιαστικού και μη σεξιστικού/ ομοφοβικού/ εξουσιαστικού λόγου. Στις ερωτήσεις θα βρείτε μερικά παραδείγματα πρόσφατης παραγωγής σεξιστικού λόγου από άτομα συγκεκριμένων πολιτικών χώρων και στις απαντήσεις τα διαδικτυακά σχόλια χρηστών που-κατά τα λεγόμενα τους-ανήκουν στους αντίστοιχους χώρους.

Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να απαντήσετε στις παρακάτω δέκα ερωτήσεις. Θα ξεκαθαρίσετε μέσα σας τα πράγματα, θα διαχωρίσετε μια για πάντα τον εξουσιαστικό από τον αντιεξουσιαστικό λόγο και θα περάσετε ευχάριστα το απόγευμα της Κυριακής σας. Τις απαντήσεις θα τις βρείτε στα βίντεο που ακολουθούν μετά το τεστ. Προσπαθήστε να μην κλέψετε!

  Διαβάστε περισσότερα…

και σεις ζωγραφίζετε νεκρές φύσεις

2 Μαρτίου, 2015

Ένα πρωί τα ποιήματα θα βγάλουνε μικρά δοντάκια μυτερά να δαγκώσουνε στο σβέρκο τους ποιητές που δεν είδαν ποτέ ένα ζευγάρι σαγιονάρες στην άκρη της διαδήλωσης. // Θα βγάλουμε κι εμείς άσπρα πανιά σε παράθυρα και μπαλκόνια να γράφουνε τη λέξη HELP με μεγάλα στρογγυλά γράμματα ή θα κρεμάσουμε σημαίες απ’ τα ρούχα μας στις κεραίες της τηλεόρασης να βραχυκυκλώσουν οι οθόνες, να απαγγέλλουν μόνο τους Ελεύθερους Πολιορκημένους. // Μια μέρα ανέβηκα στην ταράτσα και φώναζα Κατερίνα, Κατερίνα, μέχρι που δεν είχα άλλο αέρα στα πνευμόνια μου, εγώ έφηβος απροσάρμοστος κι εκείνη ανεμώνα με πέταλα εύθραυστα που σκόρπισαν στο πρώτο ελαφρύ αεράκι. // Και δε φύγαμε ποτέ από την πόλη, ούτε και τα καλοκαίρια με καύσωνα, γιατί είχαμε αποφασίσει ν’ αλλάξουμε τον κόσμο κι αυτό δεν γίνεται με εξοχή. // Mετά οι φασίστες σήκωσαν κεφάλι κι εμείς κουραστήκαμε να σηκώνουμε φέρετρα, τι να στα λέω, να ‘σουν εδώ και θα κέρναγα τσιγάρο, θα σου λεγα ιστορίες, για ΄κείνο το Δεκέμβρη που διαβάζαμε ποιήματα σου γύρω απ’ τη φωτιά και για πρώτη φορά τους είχαμε στα ίσα, εσύ θα ανεβοκατέβαινες την Πατησίων, κι εμείς θα ανεβοκατεβαίναμε την Πατησίων και-που ξέρεις-μια μέρα ίσως και να συναντιόμασταν.

***

10941868_10203836884624071_2591311163080434568_n

εδώ η ζωή μας ταύρος με καρφωμένα χιλιάδες

φασιστικά μαχαιράκια

ξερνάει μαύρα τα αίματα μας

και σεις ζωγραφίζετε νεκρές φύσεις

μια νοητή γραμμή

3 Δεκεμβρίου, 2014

15

Μια νοητή γραμμή ενώνει τα φλεγόμενα αυτοκίνητα των Εξαρχείων με τα πυρπολημένα αυτοκίνητα των αυτοχείρων του μνημονίου.

Ο Πάνως Κάππα πήρε το πληκτρολόγιο του

25 Νοεμβρίου, 2014

191

Ο Πάνως Κάππα είναι μεγάλος αγύρτης των λέξεων. Ο Πάνως Κάππα δαμάζει τις λέξεις. Τις εξουσιάζει. Καθοδηγεί τις λέξεις, όπως ο τσοπάνης τα πρόβατα του. Παίζει τις λέξεις στα δάχτυλα. Ο Πάνως Κάππα είναι αστείρευτος. Ασυγκράτητος. Ασυναγώνιστος. Δεν βαριέται ποτέ το γράψιμο. Δεν ξεμένει ποτέ από έμπνευση. Δεν σταματάει ποτέ να διηγείται ιστορίες, σαν κι αυτή εδώ:

 

Ένα πρωί ο Πάνως Κάππα σηκώθηκε έτοιμος για μια ακόμα εμπνευσμένη ιστορία. Μετά τον Άνθρωπο Χωρίς Ηχομόνωση και τον Άνθρωπο που Έχασε τον Εαυτό του, αυτή τη φορά θα μιλούσε για τον άνθρωπο που ήθελε να γράψει μια ιστορία για κάποιον που έψαχνε λέξεις για να γράψει μια ιστορία για τη βροχή. Θα ήταν σίγουρα το μάστερπις του, δεν χωρούσε καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Έφτιαξε ένα φλιτζάνι τσάι κι έκατσε στον υπολογιστή, τράβηξε κοντά το πληκτρολόγιο, έσπρωξε την καρέκλα κοντά στο γραφείο. Πληκτρολόγησε τα πρώτα γράμματα που ήδη χόρευαν χαρούμενα κάτω απ’ τα μαγικά του δάχτυλα. Ξεκίνησε τη διήγηση με μια φράση δυναμική και αποφασιστική συνάμα, που θα έβαζε τον αναγνώστη αμέσως στο κλίμα της ιστορίας:

 

Εκείνο το πρωί η βροχή έπεφτε μανιασμένη… Όχι μανιασμένη, σκέφτηκε ύστερα από λίγο ο Πάνως Κάππα, η βροχή έπρεπε να είναι κάπως πιο διακριτική. Εκείνο το πρωί η βροχή έπεφτε ορμητική… Πάλι όχι, ο θόρυβος θα αποσυντόνιζε τον ιστολόγο από τις σκέψεις του. Να ήταν απλά δυνατή η βροχή; Ή μήπως να ήταν σιωπηλή; Μήπως ραγδαία; Όχι φυσικά, ο Πάνως Κάππα είχε συνηθίσει τους αναγνώστες του σε πιο φανταχτερές λέξεις, δεν θα συμβιβαζόταν τώρα με κάτι τόσο τετριμμένο. Πως στο καλό έπεφτε η βροχή; Μισή ώρα ο ιστολόγος κοιτούσε σαν υπνωτισμένος την άδεια οθόνη του υπολογιστή του, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί το παραμικρό. Ίσως λοιπόν να βρισκόταν αντιμέτωπος με το διαβόητο writer’s block, είχε ακούσει να μιλούν γι΄αυτό σε διάφορα φόρουμς στο ίντερνετ, μέχρι τώρα όμως αυτή ήταν μια άγνωστη έννοια για τον Πάνως Κάππα, που δάμαζε τις λέξεις σαν θηριοδαμαστής. Η βροχή πάντως έπρεπε να αρχίσει να πέφτει το συντομότερο. Η βροχή ξεκίνησε πάλι να πέφτει, κάπως βαριά. Μετά η βροχή έπεφτε πιο κεφάτα. Σε λίγο η βροχή μέσα στο κεφάλι του Πάνως Κάππα άρχισε να πέφτει καταρρακτωδώς, όχι όμως για πολύ, αφού σύντομα ο ιστολόγος αναφώνισε “Ως εδώ!”, χτυπώντας παράλληλα το χέρι στο γραφείο. Η βροχή στο κείμενο του Πάνως Κάππα έπρεπε να πέφτει με ένα τρόπο ιδιαίτερο, πρωτότυπο, ξεχωριστό, παιχνιδιάρικο.

  Διαβάστε περισσότερα…

σούπερ ήρωες

23 Νοεμβρίου, 2014

IMG_20141123_204053

Ήταν μια δύσκολη εβδομάδα με δυσάρεστα νέα. Αρρώστησε ο φίλος μας, περιμέναμε με αγωνία τα αποτελέσματα και δεν είχαμε τίποτα να πούμε, ίσως γιατί την απάντηση την υποψιαζόμασταν από πριν, δύο εικοσιτετράωρα κάναμε χαζομάρες για να του κρατήσουμε το μυαλό απασχολημένο, στο τρίτο ήρθε η διάγνωση: θετική (δηλαδή όχι και πολύ θετική, αλλά οι γλωσσικές παραδρομές στα ιατρικά ανακοινωθέντα έχουν συχνά μια δόση ειρωνείας). Τον μαζέψαμε, τον κοιμίσαμε στα ζεστά, του φτιάξαμε σπιτικό φαΐ, αγκαλιαζόμασταν όλοι μαζί γιατί δεν ξέραμε τι άλλο να κάνουμε. Ήρθε η επόμενη μέρα και όλα ήταν καλύτερα γιατί πάντα όλα είναι καλύτερα την επόμενη μέρα, με φίλους και μουσική όλα είναι καλύτερα. Ήταν μια δύσκολη εβδομάδα μα τώρα είμαστε στην εθνική και τρέχουμε μακριά. Μακριά απ’ όλα, από αρρώστιες, εξετάσεις κι αναμονές, το γκάζι στο τέρμα και η μουσική στο φουλ, πάμε μακριά, εκεί που γέλια δροσερά τρελαίνουνε τα όνειρα των εραστών, εκεί που ο ουρανός είναι γεμάτος πουλιά αντί για κεραίες τηλεοράσεων, εκεί που κανένας μαλάκας δεν μας αποκαλεί θρασίμια, εμείς είμαστε αληταριά, πάμε στη θάλασσα που το χειμώνα χωρίς τους παραθεριστές είναι ολοδική μας. Έφτιαξα κι ένα πρόχειρο σιντί με τραγούδια για να μας κάνουν παρέα στο δρόμο, τραγούδια που μιλούν για τον σούπερμαν κι άλλους σούπερ ήρωες, έχουμε ο ένας τον άλλο και η αγάπη στο τέλος πάλι θα κάνει το θαύμα της. Τρέχουμε στην εθνική ουρλιάζοντας στίχους και μαζί με τον αέρα από τα πνευμόνια φεύγει και όλη η αγωνία της εβδομάδας, περπατάμε στην κρύα παραλία κι ο αέρας του Νοέμβρη μας μαστιγώνει τα πρόσωπα, μας παρασέρνει μακριά, με τα χέρια ανοιχτά και τις κουκούλες μας δεμένες γερά σε κόμπο φτιάχνουμε σκιές στην άμμο, είμαστε σούπερ ήρωες με μαγικές ιδιότητες, γελάμε, ξεκαρδιζόμαστε, κυλιόμαστε κάτω, κάνουμε πυραμίδες με τα σώματα μας, χέρια, πόδια και κεφάλια ανακατεύονται μέσα στην άμμο, έξω από την άμμο, παλεύουμε και κάνουμε τις καφρίλες που κάναμε παλιά στο σχολείο, μπορεί να μεγαλώσαμε μα είμαστε ακόμα εδώ, μαζί, στην ίδια παραλία με τα ροζ κοχύλια, που και που γινόμαστε και πάλι έφηβοι με αρβύλες και τζιν μπουφάν, που και που οι φίλοι μας αρρωσταίνουν, που και που είμαστε θλιμμένοι, και τότε γινόμαστε και πάλι σούπερ ήρωες, όπως στις ταινίες, γιατί οι ταινίες με σούπερ ήρωες έχουν πάντα χάπι εντ.

γκλιν γκλον

22 Νοεμβρίου, 2014

Οι ηλικιωμένοι στα σούπερ μάρκετ

τα κέρματα χτυπούν

γκλιν γκλον

γυρνούν τα ράφια γύρω γύρω

κάνουν υπολογισμούς

και τίποτα δεν αγοράζουν

στα χαμογελαστά πρόσωπα του νουνού εβαπορέ

βλέπουν τη ζωή που ονειρεύτηκαν

σε δαιδαλώδεις διαδρόμους κρύβονται από τους γείτονες

να μη δουν το άδειο τους καλάθι

για μια στιγμή σταματούν στις προσφορές των απορρυπαντικών

και κάτι θυμούνται

(τι θυμούνται;)

με κουπόνια κυριακάτικων εφημερίδων παίρνουν χαρτί υγείας

δυο γιαούρτια

και μια φρατζόλα ψωμί

γκλιν γκλον

κοιτούν στα μάτια τις πωλήτριες των τριακοσίων εξήντα ευρώ μεικτά

και δεν έχουν τίποτα να πουν

μετά φεύγουν με βήμα βαρύ στα οδοστρώματα

και είναι η όψη τους βαριά

και το σώμα τους σκυφτό

λες και μαζί με τη σακούλα του σούπερ μάρκετ

κουβαλούν την πεθαμένη τους αξιοπρέπεια

γκλιν γκλον

The Thessaloniki Sessions

8 Νοεμβρίου, 2014

IMG_20141031_182119

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη, τέτοια πράγματα, ο βαρδάρης είναι εδώ, ο Σπύρος είναι εδώ, ο Χρήστος είναι εδώ, ο Παναγιώτης είναι εδώ, το μαγειρείο η ωραία Ελλάς είναι εδώ, τα τσίπουρα, το κρύο, η ολύμπου είναι ακόμα εδώ, η αγίου δημητρίου, πάνε χρόνια που ζούσαμε σε εκείνο το παγωμένο σπίτι πάνω από το γραφείο κηδειών, τώρα είναι όλα διαφορετικά, τώρα τεμπελιάζουμε στις πλατείες, τραγουδάμε στη μέση του δρόμου, η ζωή είναι ανέμελη, η θάλασσα είναι παγωμένη, οι καρδιές των ανθρώπων δεν είναι παγωμένες, θυμήθηκα πριν χρόνια που σώσαμε ένα σκυλάκι από το θερμαϊκό, το σκουπίσαμε με μια μάλλινη πετσέτα κι αυτό μας έγλυψε στη μούρη, μετά βόλτες στις αποβάθρες, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ταξίδι προς το βορρά, στα σκοτεινά στενά όλα είναι πιθανά, η άνω πόλη τη νύχτα φέγγει σαν διαστημόπλοιο με πολύχρωμα φωτάκια που θα μας πάρει μακριά.

Διαβάστε περισσότερα…

Να της λες

14 Οκτωβρίου, 2014

Να γίνεσαι χάλια. Να μεθάς στο μπαρ και να είναι απόγευμα Δευτέρας, τα τσιγάρα σου βρεγμένα απ’ τη χυμένη μπύρα πάνω στην μπάρα. Να πίνεις βότκα σε ψηλό, να τρελαθείς. Να λες ότι και μόνος σου θα ζήσεις εκστατικά ευτυχισμένος, μετά να πέφτεις απ’ το σκαμπό. Να μιλάς γι’ αυτήν σε άγνωστους θαμώνες, να πίνεις ό,τι σε κερνάνε, να κοιμάσαι στα παγκάκια. Να σε κόβει στα δύο η απουσία κι όλα τα καψουροτράγουδα να ‘ναι γι’ αυτήν γραμμένα. Να της τα λες πρόστυχα, σαν να είναι κι αυτή εκεί, να της τα λες στοργικά, να της τα λες βρώμικα, να της τα λες πατρικά. Να της τα λες δυνατά κι ας ξέρεις πως πια δεν σ’ ακούει. Να της τα λες και να ξέρεις καλά πως πάντα θα ‘ναι εκεί για να σ’ ακούσει. Να της μιλάς για το μεσημέρι που τη γνώρισες στην Πέτρου Ράλλη και για τότε που την κατασκόπευες στην Καλλιδρομίου, το πρωινό που μαλώσατε άγρια στη Στουρνάρη, το βράδυ που σου δόθηκε οριστικά σε ένα στενό της Λένορμαν. Να την περιμένεις ακόμα. Να της γράφεις γράμματα και μετά να τα σκίζεις. Να πηγαίνεις σινεμά κι όλα να τη θυμίζουν. Τα πράγματα της να είναι ακόμα σε κούτες κι όλα να τη θυμίζουν. Να σε μαζεύουν οι φίλοι στις τρεις το πρωί κι όλη η Χαρούλα να μη σε φτάνει. Να λες, μακάρι να μην την είχες γνωρίσει ποτέ, αμέσως μετά να το μετανιώνεις. Να ακούς εναλλάξ Pearl Jam και Μοσχολιού, να ακούς P.J. Harvey και Μητροπάνο και να κοντεύουν ξημερώματα, να σκίζεις φωτογραφίες, να λες μου γάμησε τη μνήμη. Μετά να περιμένεις κι άλλο. Να πηγαίνεις για ψάρεμα. Να λες ο έρωτας σου είναι φως και να φυτεύεις λουλούδια. Να λες ο έρωτας σου είναι σκοτάδι και να λιποθυμάς απ’ το ποτό. Να γυρνάς μόνος σε άδειους δρόμους. Να τη ζηλεύεις, να την ποθείς. Να τρέχεις μεσάνυχτα τσίτα στην εθνική διαδηλώνοντας τον έρωτα σου, που ‘ναι μαζί λυγμικός και διθυραμβικός, καταστασιακός. Κι αυτή να ‘ναι ακόμα η μονάκριβη σου αγάπη, η μόνη σου καψούρα. Και να της λες πως μια μέρα θα γυρίσεις, κι ας μην το πιστεύεις στ’ αλήθεια. Κι αν εσύ έφυγες μακριά, η καρδιά σου πάντα για ‘κείνη θα σκιρτά. Για την Αθήνα μοναχά. Και να της το λες συχνά. Σ’ αγαπάω να της λες.