Skip to content

The Athens Sessions XXIII

30 Μαΐου, 2018

Aunt Haris

Pattakos is alive – Pattakos wakes up at a quarter to five at dawn – to swim and stretch – tonight he is giving a talk at Kalypso Hotel – in Anavyssos – the retired army officers club is getting ready – they are now polishing the antlers of the embalmed reindeers – they are lighting up the wedding reception hall and taking the old porcelain out of the attics – with the two-headed petrified apple tree family crest – and the ever promising goat – at night the court phalluses will meet up – ex-full-of-promise half backs of the local team – barkers at the fur shop ‘In league’ –

they will lift the blue-and-white shaped hopes of the nation proudly – whispering ‘Three blind mice’ or ‘London Bridge’ or some other children’s

lullaby of post-civil war aid –

only that you shall never grow old

nor see this city stagger

exhausted head down – in its corroded mythology –

a wannabe Jerusalem acting as if she’s someone special

to the consumptive and the amputated

distributing expired cod liver oil to catechism schools

crusts from stale sacramental bread

to the city’s  merciful soup kitchens

a bowl of lentils – a fucking bowl of lentils –

for some beauty – who was unfortunate – and in our own century –

t o l d y o u a l r e a d y

it’s hard now to see you – someone has left a telephone line on in

my mind – at night it vibrates and does not let me sleep –

.

George Prevedourakis, extract from Part IV, Kleftiko (2013), trans. Konstantina Georganta in Three Long Poems in Athens: Erēmē Gē-Perama-Kleftiko

(Cambridge Scholars Publishing, 2018)

via

(Χρόνια Πολλά Athens in a Poem!)

Διαβάστε περισσότερα…

The Athens Sessions XXII

29 Μαΐου, 2018

Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
O ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Oμονοίας»
«Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά κι είν’ ευχαριστημένος
«βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια·
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.

Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά·
αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.

Γιώργος Σεφέρης, «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» (1936)

 

Διαβάστε περισσότερα…

The Mauthausen Sessions II

5 Απρίλιος, 2018

Δε βλέπεις ότι ο σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης; Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δε θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς. Κάθε γενική έννοια που μπορεί ποτέ να εκφραστεί θα καλύπτεται με μια μόνο λέξη, που το νόημά της θα είναι αυστηρά καθορισμένο και όλες οι παραπλήσιες έννοιές της θα έχουν εκλείψει και ξεχαστεί. Η Παλαιά Ομιλία θα εκτοπιστεί μια για πάντα και θα σπάσει και ο τελευταίος κρίκος με το παρελθόν.

Τζωρτζ Όργουελ, 1984

εκδ. Νεφέλη, 1984

Διαβάστε περισσότερα…

The Mauthausen Sessions I

5 Απρίλιος, 2018

Μια μέρα πήγε να ρίξει ένα κομμάτι ψωμί στην παράγκα αριθμός 20, εκεί που κλείνανε τους μελλοθάνατους. Τον είδε ο φρουρός. Τον βασάνισαν, ώσπου να μαρτυρήσει για ποιον ήταν το ψωμί. Ύστερα τους βάλανε και τους δυο στο κρατητήριο που είχε ένα δυνατό προβολέα στην κορυφή. Τους αφήσανε μια βδομάδα χωρίς νερό και φαΐ. Μόνο με το φως του προβολέα. Όταν τους βγάλανε, ήταν τρελοί και μισότυφλοι. Τους είπανε πως «στην άκρη του διαδρόμου είχε ένα ποτήρι νερό κι ένα πιάτο φαΐ. Όποιος πάει πρώτος, θα φάει και θα πιει» . Άρχισαν να σέρνονται προς τα ‘κει, γιατί κανείς τους δεν είχε δύναμη να σταθεί όρθιος. Ο Βέλγος πήγαινε μπροστά κι άλλος τον τράβαγε από τα πόδια, για να τον κρατήσει πίσω. Δεν ήταν πια άνθρωποι-πώς να ‘ναι-ήταν δυο ζώα που θέλανε να μην ψοφήσουν. Κλοτσούσε, δάγκωνε ο ένας τον άλλον, ώσπου ο Βέλγος κατάφερε να δώσει μια πιο γερή και ν’ αφήσει αναίσθητο εκείνον που είχε βοηθήσει ρίχνοντας του ψωμί. Οι Ες-Ες παρακολουθούσαν την κούρσα, έξαλλοι από ενθουσιασμό. Κι όταν είδαν τον «καλό Βέλγο» να αφήνει αναίσθητο τον άλλον και να σούρνεται να πιει μόνος του το νερό και να φάει μόνος του το φαΐ, αρχίσανε να φωνάζουνε «τρέχα, βρωμόσκυλο, τρέχα, βρωμογούρουνο, τρέχα, υπάνθρωπε. Τώρα είσαι εντάξει». Αποκτηνώνοντας με τέτοια μέσα τον καθένα που είχε δείξει ανθρωπιά και θάρρος, εκδικούνταν το «καλό» που είχε κάμει.

Ιάκωβος Καμπανέλλης, ΜΑΟΥΤΧΑΟΥΖΕΝ

εκδ. Κέδρος, 1982

Διαβάστε περισσότερα…

The Vienna Sessions II

2 Απρίλιος, 2018

«Όταν σας είδα πριν μαζεμένους στο σαλόνι, νόμιζα ότι βλέπω κάτι εξωπραγματικό. Δυσκολεύτηκα λίγο να καταλάβω ότι αυτό το παιχνίδι που παίζατε ήταν το ίδιο που έπαιζα μόνος μου στο κελί μου. Αυτό ξύπνησε την περιέργειά μου. Ήθελα να παρακολουθήσω. Αλλά ο γιατρός με είχε προειδοποιήσει. Δεν πρέπει να ξαναπαίξω ποτέ σκάκι. Ένας άνθρωπος που έχει αρρωστήσει μια φορά από μονομανία κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να ξανακυλήσει. Καταλαβαίνετε τώρα γιατί δυσκολεύομαι να δεχτώ την πρότασή σας. Ίσως όμως… Δεν μπορώ να μείνω με την αμφιβολία. Πρέπει να διαπιστώσω αν όλο αυτόν τον καιρό στο κελί μου έπαιζα όντως σκάκι ή αν είχα αγγίξει τα όρια της τρέλλας. Γι’ αυτό θα παίξω. Αλλά μόνο μία παρτίδα. Σαν οριστικό αποχαιρετισμό…»

Stefan Zweig, Σκακιστική Νουβέλα

μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2008

Διαβάστε περισσότερα…

The Vienna Sessions I

30 Μαρτίου, 2018

«Αυτό το μοναδικό δευτερόλεπτο που έστρεψα το βλέμμα εντός μου άρκεσε για να αναδυθεί ανάγλυφη στο πίσω μέρος των βλεφάρων η απαραγνώριστη μορφή του, στο κόκκινο φως των αιμοφόρων αγγείων. Μεμιάς τον είδα, με σάρκα και οστά, έτσι όπως ήταν θρονιασμένος πάντα εκεί, στο τετράγωνο τραπέζι με τη βρόμικη γκριζωπή μαρμάρινη επιφάνεια, τη διαρκώς καλυμμένη από ετοιμοπαράδοτες στοίβες βιβλίων και χαρτιών. Πώς διάβαζε ακάματος και απερίσπαστος, με το διοπτροφόρο βλέμμα του υπνωτισμένα άκαμπτο κι αγκιστρωμένο σε ένα βιβλίο…»

Stefan Zweig, Ο Παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ

μτφ. Μαρία Τοπάλη, εκδ. Άγρα, 2010

Διαβάστε περισσότερα…

The Bratislava Sessions

28 Μαρτίου, 2018

Καταλαβαίνω τι εννοείς, αλλά προσπαθώ να το δω από διαφορετική άποψη. Έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που δεν έχουν απολύτως καμία ιδέα πως κάτι είναι σημαντικό, εκτός και αν μπορεί να κοστολογηθεί. Συνεπώς, αντί να τους αφήνουμε να απορρίπτουν…τα ανθρώπινα συναισθήματα στο σύνολό τους, ως κάτι εντελώς ασήμαντο, νομίζω πως είναι προτιμότερο κάποιος σαν εμένα να συμμετάσχει και να τους βοηθήσει. Οπότε επινοήσαμε έναν νέο όρο- “ηδονική αξία”. Μπορεί να αναφέρεται, ας πούμε, στο συναίσθημα που σου δημιουργείται όταν αντικρίζεις μια πανέμορφη ακτογραμμή. Προσπαθούμε να αποδείξουμε πως αυτό το συναίσθημα στην πραγματικότητα αξίζει μερικές χιλιάδες λίρες· ή, από την άλλη, το πένθος μιας χήρας μπορεί να κοστίζει στην οικογένεια μέχρι και δέκα χιλιάδες λίρες το χρόνο. Βλέπεις, μ’ αυτό τον τρόπο, τουλάχιστον θα αναγνωρίσουν αυτά τα συναισθήματα. Έστω κι έτσι θα παραδεχτούν την ύπαρξή τους.

Jonathan Coe, Αριθμός 11 ή ιστορίες που μαρτυρούν τρέλα

μτφ. Άλκηστις Τριμπέρη, Εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2016

Διαβάστε περισσότερα…

The Tolfa Sessions

23 Ιανουαρίου, 2018

«Παίζαμε γιατί ο ωκεανός είναι απέραντος και σε τρομάζει,

παίζαμε για να μη νιώθει ο κόσμος το πέρασμα του χρόνου,

για να ξεχνάει ο καθένας πού βρίσκεται και ποιος είναι».

Alessandro Baricco, Χιλιαεννιακόσια: Ένας μονόλογος

μτφ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Άγρα, 2002

Διαβάστε περισσότερα…

The Rome Sessions III

17 Ιανουαρίου, 2018

Δεν είχα οικειότητα με το βυθό, μ’ εκείνους που βουτούν με ψαροντούφεκα. Ο Νικόλας δεν ήξερε κολύμπι και μου είχε μεταδώσει το σεβασμό του για το βυθό. Παίρνουμε από τη θάλασσα εκείνο που μας προσφέρει, όχι εκείνο που θέλουμε. Με τα δίχτυα μας, τα παραγάδια μας, τα πεζόβολα δεν κάνουμε άλλο παρά να ζητούμε από τη θάλασσα. Η απάντηση δεν εξαρτάται από εμάς τους ψαράδες. Όποιος βουτάει κάτω για να πάρει ο ίδιος με τα χέρια του την απάντηση είναι θρασύς προς τη θάλασσα. Σ’ εμάς ανήκει μόνο η επιφάνεια, ό,τι υπάρχει από κάτω είναι δικό της, είναι η ζωή της. Εμείς χτυπάμε την πόρτα, στον αφρό της θάλασσας, δεν πρέπει να μπαίνουμε στο σπίτι της σαν αφεντικά.

Erri de Luca, Η Μουσική της θάλασσας

μτφ. Χρήστος Αλεξανδρίδης, εκδ. Περίπλους, 2002.

Διαβάστε περισσότερα…

The Lisbon Sessions II

10 Ιανουαρίου, 2018

 

Η Γιάνικα είναι μαύρη και της αρέσει να φτιάχνει φαγητό.

Μου αρέσει να φτιάχνω φαγητό, λέει η Γιάνικα.

Βάζει ό,τι βρει σε μια κατσαρόλα. Πέτρες, χορτάρια, αποτσίγαρα, μικρά χαρτιά.

Κρίμα να πάνε χαμένα, λέει.

Η Γιάνικα είναι πενήντα χρόνων.

Έχω περάσει πείνα, λέει η Γιάνικα. Κρίμα να πάνε χαμένα.

Μερικοί άντρες πετάνε τα τσιγάρα και τις γόπες κατευθείαν στο σκεύος που έχει μαζί της η Γιάνικα.

Έχω περάσει πείνα. Μου αρέσει να φτιάχνω φαγητό, λέει η Γιάνικα.

Gonçalo M. Tavares, Ιερουσαλήμ

μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Καστανιώτη, 2012.

Διαβάστε περισσότερα…