Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η Τζωρτζέλα του ΣΤΑΡ γοητευμένη από τον Κ.

17 Μαΐου, 2013

Ταξιδεύουμε απ’ τα χαράματα μέσα σε φορτηγά βαγόνια. Είναι θεοσκότεινα. Οι πιο πολλοί έχουμε κιόλας περάσει σαράντα μέρες στην απομόνωση και τέσσερις μήνες σ’ ένα μικρό στρατόπεδο κοντά στο Ζίμερινγκ. Ήταν κι ένας Εβραίος εκεί. Οι Ες-Ες σχηματίζανε ένα ανοιχτό κύκλο γύρω του και φωνάζανε: «Μπάλα». Ο Εβραίος άρχισε να τρέχει απ’ τον ένα στον άλλο κι αυτοί τον κλοτσούσαν στα πόδια, στην κοιλιά, στα πλευρά, στο κεφάλι. Το ποδόσφαιρο σταματούσε όταν η «μπάλα» έμενε ασάλευτη πάνω στη λάσπη από χώμα και αίμα. Όταν βαρέθηκαν να παίζουν κάθε μέρα το ίδιο παιχνίδι, τον πνίξανε σ’ ένα ρέμα που κυλούσαν μέσα οι οχετοί.

Μόλις το σλέπι άφησε την όχθη, ο Ες-Ες που ήταν επικεφαλής, άρχισε να μας λέει πως μέσα στο στρατόπεδο πρέπει να έχουμε αλληλεγγύη μεταξύ μας, αλλιώς δε γλιτώνουμε. Εκεί μέσα, έλεγε, ούτε ο Θεός θα μας δει ποτέ, ούτε κανείς άλλος. Βοήθεια και έλεος δεν μπαίνει. Όλες οι τρύπες με τον υπόλοιπο κόσμο είναι φραγμένες. «Ό,τι κάνετε σεις οι ίδιες. Το μόνο που μπορείτε να περιμένετε είναι να βοηθά η μια την άλλη…Θα σας δείξω αμέσως τι θέλω να πω…Ποια από σας ξέρει να κολυμπά;» Μερικές γυναίκες σηκώσανε τα χέρια τους…«Ωραία, είπε ο Ες-Ες. Έλα εδώ εσύ, η ψηλή»…Ήταν μια Γιουγκοσλάβα μέχρι τριάντα χρονών…Ύστερα φώναξε σε μιαν άλλη απ’ αυτές που δεν ήξεραν κολύμπι…«Έλα δω κι εσύ, για σένα φροντίζω. Βάλτε το δεξί σας χέρι πλάι πλάι.» Πήρε ένα σύρμα κι έδεσε τα χέρια τους γερά. Τις έφερε εδώ, άκρη άκρη και είπε: «Δείξτε μου τώρα πόσο αγαπιέστε. Ή η μία θα σώσει την άλλη, ή θα πνιγείτε και οι δυο». Τις έσπρωξε και τις έριξε στο νερό. Ώσπου να πνιγούνε, παλεύανε με το νερό πάνω από μισή ώρα. Στην αρχή το σλέπι σταμάτησε για να τις βλέπουμε. Ύστερα τις ακολούθησε, γιατί το ρεύμα τις παρέσερνε. Άμα βουλιάξανε, ο Ες-Ες είπε στο σλεπιτζή να κάνει κι αυτός μια αναφορά πως οι δυο γυναίκες πήγανε να το σκάσουν κολυμπώντας.

.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

ένα ποίημα

8 Μαΐου, 2013

Σαλαμίνα

.

Στην Ελλάδα οι μετανάστες φοβούνται περισσότερο απ’ τους ποιητές

Φοβούνται, ας πούμε, τα κύματα

Τα ποδήλατα

Τα μπαλκόνια

Ασήμαντα πράγματα

Κι όμως αυτοί φοβούνται

Φοβούνται και τα χαντάκια

Τις μηχανές

Τους πανηγυρισμούς

Τις βραδυνές ώρες που οι ποιητές παίρνουν το δείπνο τους

Αυτοί φοβούνται

Μη χτυπήσει ξαφνικά η πόρτα 

Και την ώρα του φρούτου αυτοί φοβούνται

Μην συναντήσουν

Τις γυναίκες με τους σκύλους

Ακόμα, φοβούνται τα ύψη

Τους λιμενικούς

Τους συνοριοφύλακες 

Καθώς και τις σφαίρες της Frontex

Τον ήχο της μοτοσυκλέτας

Και το βιτριόλι

Φοβούνται επίσης στο λεωφορείο 

Φοβούνται στο μετρό

Φοβούνται στο ταξί

Φοβούνται στη δουλειά 

Φοβούνται στην πόλη

Φοβούνται στην επαρχία

 Φοβούνται και τα αφεντικά

Κυρίως τα αφεντικά!

Φοβούνται τους λοστούς

Τις αλυσίδες

Τις σιδηρογροθιές

Και τα σπασμένα μπουκάλια

Φοβούνται τα μαχαίρια

Και την ώρα  που οι ποιητές κοιμούνται

Αυτοί φοβούνται

Μην πεθάνουν

Στις ράγες του τραίνου

Κυνηγημένοι

Κωνσταντίνα Κούνεβα

Μοχάμεντ Καμράν Ατίφ

Έντισον Γιαχάι

Σαχτζάτ Λουκμάν

Αριβάν Οσμάν Αμπντουλάχ

Γκραμός Παλούσι

Χουσεΐν Ζαχιντούλ

Chiekh Ndiaye

Abdukarim Yahya Idris

Ίλμι Λατές

Τόνυ Ονούοχα

Μη φοβάστε πια

Για ‘σας

Δεν θα γράψουν

Ποτέ

Οι ποιητές

Επιτάφιος

5 Μαΐου, 2013
Γιάννης Ρίτσος-Επιτάφιος

Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Η Κατίνα Τούση, καταμεσίς του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της, βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών – των απεργών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της.

Μεγάλη Παρασκευή στο αυτοκίνητο κι ο ήλιος καίει το καπό και τα μάτια μου, ο σκύλος βασανίζεται στο πίσω κάθισμα, με τη γλώσσα έξω σκορπάει τα σάλια του ασθμαίνοντας βαριά, σωστό μαρτύριο κι αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα, στάση στο σούπερ μάρκετ για τα ψώνια του τριήμερου, μια αγγαρεία που μάταια προσπάθησα να αποφύγω, η κίνηση είναι απελπιστική και το κέντρο της πόλης ένα καμίνι γεμάτο πορτοκαλί σκόνη απ’ την Αφρική που κολλάει στο λαιμό, έξω απ’ το παράθυρο φωνές κι εκνευρισμός, ο ιδρώτας μουσκεύει το πουκάμισο, οι σταθμοί στο ραδιόφωνο απ’ το πρωί παίζουν δήθεν πένθιμα εμβατήρια, ξαφνικά μια μικρή παύση και μετά οι πρώτες νότες από τον Επιτάφιο του Ρίτσου, πριν προλάβω να αντιδράσω η φωνή του Μπιθικώτση με πιάνει απ’ το λαιμό, γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου, οι πιο απλοί, γυμνοί και ταυτόχρονα συγκλονιστικοί στίχοι που έγραψε ποτέ ανθρώπινο χέρι.

 

Η γιαγιά μου είχε το γιο της σκοτωμένο στα ξένα που πήγε για ψωμί, σαράντα χρόνια έζησε με αυτή την αδικία, γιατί είναι βέβαια η μεγαλύτερη αδικία να πεθαίνει το παιδί σου πριν από ‘σένα, αυτή και η μεγαλύτερη απόδειξη ότι δεν υπάρχει θεός, η γιαγιά μου όμως δεν το ήξερε, αγράμματη και φτωχή έζησε τα επόμενα σαράντα χρόνια μαυροντυμένη με το μαύρο της τσεμπέρι στα μαλλιά, κάθε Μεγάλη Πέμπτη πήγαινε στην εκκλησία με το μικρό της μαξιλαράκι, καθότανε μέχρι το πρωί σε ένα στασίδι μακριά από τον κόσμο και όσο περνούσε η ώρα κουλουριαζόταν όλο και περισσότερο στο στασίδι της, γινόταν όλο και πιο μικρή, μέχρι που το ξημέρωμα της Μεγάλης Παρασκευής βρίσκαμε στη θέση της μια μαύρη κουκκίδα, την παίρναμε σπίτι κι αυτή ποτέ δεν καταδεχόταν να μιλήσει για το παιδί της, το βράδυ μόνο πριν κοιμηθεί ξέπλεκε τα μαλλιά της μπροστά στο καντήλι του δωματίου, τα μαλλιά της που ήταν πάντα μακριά και αχτένιστα και λευκά, και σαράντα χρόνια έκλαιγε μόνη της σιωπηλά.

 

Ο ήλιος στο κέντρο της πόλης είναι βασανιστικός, απελπιστικός, τιμωρητικός, η γιαγιά μου έχει πεθάνει εδώ και είκοσι χρόνια πια, με πιάνει κόκκινο και οποιαδήποτε πιθανότητα απόδρασης από τη φάκα της πόλης είναι πια αδύνατη, η φωνή στο ραδιόφωνο συνεχίζει, πού πέταξε τ’ αγόρι μου πού πήγε, πού μ’ αφήνει, χωρίς πουλάκι το κλουβί χωρίς νερό η κρήνη, 9 Μαΐου 1936 από την απεργία των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη σκόρπια ονόματα και αριθμοί που δεν αφορούν πια κανένα, Τάσος Τούσης, 25 χρόνων, οδηγός από το Ασβεστοχώρι, Αναστασία Καρανικόλα, 23 χρόνων, καπνεργάτρια, Ίντο Σρενόρ, νικελωτής, Δημήτρης Αγλαμίδης, 26 χρόνων, σωφέρ, Γιάννης Πανόπουλος, 23 χρόνων, καπνεργάτης, Σαλβατόρ Ματαράσσο, 25 χρόνων, καπνεργάτης, Δημήτρης Λαϊλάνης, καπνεργάτης, Σταύρος Διαμαντόπουλος, 23 χρόνων, Μανώλης Ζαχαρίου, 26 χρόνων, Β. Σταύρου, Ιωάννης Πιτάρης, Ευθύμης Μάνος αγνώστων λοιπών στοιχείων, Πρωτομαγιά 2013 ο λαός στους δρόμους για τα πασχαλινά ψώνια, στη διαδήλωση κατεβαίνουμε 53 άνθρωποι, κάποιος μέσα από το πλήθος φωνάζει δυνατά ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ! ο κόσμος γύρω μας γελάει, τι ντροπή, ο κόσμος ξεχνάει, τι ντροπή!

 

Καθόμασταν χθες με το Θοδωρή, που επέστρεψε μόλις από μια αποστολή στην Κεντρική Αφρική, στο τραπέζι της κουζίνας και μου έδειχνε φωτογραφίες, φτώχια, παραγκουπόλεις, παιδιά υποσιτισμένα στη σειρά περιμένουν το κουτί με το φυστικοβούτυρο που με τις πεντακόσιες θερμίδες του θα τους δώσει μια μικρή παράταση ζωής, αν δεν τα προλάβει η φοβερή αρρώστια, όλες οι αναπαραστάσεις που έχω για την Αφρική από τις διαφημίσεις της Unicef περνούν ξανά μπροστά απ’ τα μάτια μου, με περισσότερο ρεαλισμό βέβαια, ακούω πράγματα τρομερά, για τις μύγες τσε-τσε που παραλύουν τον εγκέφαλο, για τη Ρουάντα που ανέκαμψε πια μετά τη γενοκτονία και για νέους εμφύλιους, αντάρτικα, επαναστάσεις σε άγνωστες χώρες και περιοχές με τα πιο απίθανα ονόματα, για άρρωστα παιδιά που οι γονείς τους τα παίρνουν από το νοσοκομείο να πεθάνουν στο σπίτι γιατί δεν μπορούν να λείψουν ούτε μια μέρα από τη δουλειά τους, κι εκεί που σκέφτομαι ότι τελικά η αξία της ανθρώπινης ζωής μετριέται σε γεωγραφικές συντεταγμένες, βλέπω τη φωτογραφία μιας Αφρικανής μητέρας που κρατάει το παιδί της στην αγκαλιά, όμορφη και περήφανη με τη χρωματιστή της κελεμπία και τα μακριά μαύρα της μαλλιά ριγμένα στο πρόσωπο, το παιδί ένα κουβάρι κόκαλα που περισσότερο μοιάζει με μικρό ζωάκι παρά με άνθρωπο κι όμως εκείνη το κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της και τα μάτια της είναι ίδια με τα μάτια της γιαγιάς μου, κλείνουν μέσα τον πόνο όλης της ανθρωπότητας, μπορεί ο θάνατος στην Αφρική να είναι καθημερινός και οικείος, μπορεί η μητέρα αυτή να έχει συνηθίσει να ζει με την απώλεια, όμως ο πόνος κάθε μάνας που χάνει το παιδί της είναι ο πιο μεγάλος, ο πιο παράλογος και πιο αδίστακτος πόνος που ποτέ δεν επουλώνεται.

 

Με το αυτοκίνητο σταματημένο εδώ και ώρα πια στην άκρη του δρόμου και τους υπόλοιπους οδηγούς να με προσπερνούν κορνάροντας μανιασμένα, ανάμεσα στις σακούλες του σούπερ μάρκετ και τον σκύλο που πετάει τα σάλια του εδώ κι εκεί ζω τη δική μου Εβδομάδα των Παθών, ο Μπιθικώτσης συνεχίζει, πως κλείσαν τα ματάκια σου και δεν θωρείς που κλαίω και δεν σαλεύεις δεν γρικάς τα που πικρά σου λέω, και ξαφνικά, μέσα στον ανοιξιάτικο καύσωνα και τη σκόνη της Αφρικής που κολλάει στο λαιμό, ο Επιτάφιος του Ρίτσου γίνεται ο οικουμενικός, ο αληθινός, ο πανανθρώπινος, ο μοναδικός Επιτάφιος που αξίζει να προσκυνήσει κανείς και τώρα δεν είναι μόνο ο θρήνος της Κατίνας Τούση που μοιρολογεί το γιο της πεσμένη στο πεζοδρόμιο, αλλά και της Ζάχρα Νατζαφί που μάζεψε με τα χέρια της τα κομμάτια του γιου της ένα βράδυ Μαρτίου στα Κάτω Πατήσια, της μάνας του Μοχάμεντ Καμράν Ατίφ που βασανίστηκε μέχρι θανάτου στην άλλη άκρη της γης που ήρθε για να ζήσει, είναι ο θρήνος των μανάδων όλων των παιδιών που βασάνισε και δολοφόνησε το κράτος, των ανώνυμων ασυνόδευτων στα σύνορα του Έβρου, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις σκαλωσιές ανάπλασης του έθνους, όλων των φτωχών, των εργατών, των δικών μας νεκρών που πάλεψαν στη ζωή τους για ψωμί και δικαιοσύνη. Αυτή είναι η δική μας Μεγάλη Παρασκευή. Μαζί και η ζωή μας η εν τάφω.

.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 175

24 Απριλίου, 2013

175

.

Και να που ήρθε η μέρα που πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά τα αυτονόητα: ο φασισμός δεν είναι οι άλλοι, ο φασισμός είναι δίπλα μας και περιμένει το διαβατήριο προς τον ολοκληρωτισμό. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές στο κέντρο της Αθήνας γίνεται ακόμα μια επιχείρηση σκούπα, ο εκπρόσωπος του Ελληνικού Ράιχ ανυπομονεί να του δοθεί η εξουσία και η Αριστερά συναγελάζεται φιλήσυχα με το γραφείο τύπου των Ναζί. Κάθε μέρα όλο και πιο κοντά. Πηγαίνεις στην Τοπογραφία του Τρόμου στο κέντρο του Βερολίνου και πιάνεις το νήμα του φασισμού απ’ την αρχή: τότε και τώρα η ανεργία, η φτώχεια, η απόγνωση στα ύψη, οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι, η βία δικαιολογημένη, η δημοκρατία δεν είναι και τόσο χρήσιμη, αν μάλιστα δεν διασφαλίζει την ευημερία του κεφαλαίου και των τραπεζών δεν έχει καν λόγο ύπαρξης, εξιλαστήρια θύματα πάντα θα υπάρχουν, εμείς ας διαλέξουμε ανάμεσα στην ησυχία και την ελευθερία. Η συνέχεια είναι γνωστή, η βαρβαρότητα κι η αποκτήνωση περιμένουν πάντα στη γωνία, ο ολοκληρωτισμός είναι δυο εκλογικές αναμετρήσεις μακριά, πάντα ξεκινάει με τα εύκολα, Εβραίοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά,  γύφτοι, ομοφυλόφιλοι ή αλλιώς οροθετικές, τοξικοεξαρτημένοι, μετανάστες, άστεγοι, σε λίγο έρχεται η σειρά σου. Για την αποτύπωση της ανόδου και της εξάπλωσης του ναζισμού στην Τοπογραφία του Τρόμου τα λέει αναλυτικά ο Πιγκουίνος εδώ. Εγώ θα σταθώ περισσότερο στο κομμάτι των ομοφυλόφιλων θυμάτων του Ολοκαυτώματος, που μέχρι σχετικά πρόσφατα βρίσκονταν στην αφάνεια, αφού η ναζιστική εκδοχή του άρθρου 175 παρέμεινε στα βιβλία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ως το 1969 που αποποινικοποιήθηκαν οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις μεταξύ ανδρών.  

.

2013-04-18 15.15.52

2013-04-18 15.15.56

2013-04-18 15.16.01

. Ανάγνωση του υπολοίπου…

The Berlin Sessions II: Mein Berlin

22 Απριλίου, 2013

IMG_20130421_054109-polaΤην πρώτη φορά που πήγα στη Γερμανία ήταν περίπου στα μέσα της δεκαετίας των 00s, στη μετα-ευρώ εποχή της ευδαιμονίας και του ενθουσιασμού για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Με μια ομάδα νέων κοινωνικών επιστημόνων κλειστήκαμε για δέκα μέρες σε μια μικρή πανσιόν σε ένα δάσος κοντά στη Βόννη και μαζί επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε και να συνθέσουμε τη νέα μας κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα, συνάρτηση όλων των αξιών και των κατακτήσεων επί ευρωπαϊκού εδάφους, που όμοια της δεν υπήρξε πουθενά αλλού στον κόσμο. Ούτε στην Αμερική ή την Αυστραλία, ούτε φυσικά στην Αφρική ή την Ασία δόθηκαν ποτέ τόσες μάχες για ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, εδώ η Αναγέννηση, εδώ ο Διαφωτισμός, εδώ η Γαλλική Επανάσταση και όλες οι μεγάλες επαναστάσεις που άλλαξαν για πάντα την τροχιά του κόσμου. Ή έτσι τέλος πάντων πιστεύαμε τότε που ήμασταν νέοι και αισιόδοξοι και εξερευνούσαμε την Ευρώπη και όλες τις δυνατότητες που μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους που ονειρεύονται, αντιστέκονται και ψάχνουν το δρόμο τους έξω από τα σύνορα που πέθαιναν σιγά σιγά, μέσα στο νέο διεθνιστικό κίνημα που αναδυόταν και τις νέες τεχνολογίες που μας έδιναν μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία για επικοινωνία και κοινές δράσεις μεταξύ των λαών. Την περίοδο εκείνη οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες είχαν σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, με τα χίλια στραβά τους, πάντως σοσιαλιστικές, η κρίση του καπιταλισμού ήταν πολύ μακρυά και από το μυαλό της μαντάμ Μέρκελ σίγουρα δεν περνούσε η ιδέα ότι θα μπορούσε να γίνει μια νέα Θάτσερ με ευρωπαϊκό εκτόπισμα.

.

Στη Γερμανία ταξίδεψα πολλές φορές ακόμα για να συναντήσω τους φίλους μου, όλοι τους δεύτερης γενιάς μετανάστες που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί με μίσος γι’ αυτή τη χώρα που, παρά τη θριαμβολογία περί του πολυ-πολιτισμικού της μοντέλου, ποτέ δεν τους έδωσε την ευκαιρία για μια ειλικρινή και ολοκληρωμένη ενσωμάτωση. Οι φίλοι μου στη Γερμανία είναι μια χαμένη γενιά που μεταφέρεται από πόλη σε πόλη μη περιμένοντας απολύτως τίποτα, νοσταλγούν την Ελλάδα που ποτέ δεν έζησαν και ποτέ δεν θα επιστρέψουν, παγιδευμένοι μέσα στα δικά τους σύνορα που ποτέ δεν κατάφεραν να σπάσουν. Τους ακούω να μιλάνε για τη ζωή τους και στεναχωριέμαι γιατί η μοναξιά τους είναι η πιο άγρια μοναξιά που έχω δει. Επίσης ποτέ μου δεν τη ζήλεψα την τάξη και την καθαριότητα της Γερμανίας και ποτέ μου δεν μπόρεσα να αποκωδικοποιήσω τον τρόπο που σκέφτονται, νιώθουν κι επικοινωνούν εκεί οι άνθρωποι. Έχει κάτι αυτή η χώρα που δεν σε αφήνει να την αγαπήσεις πραγματικά γιατί αυτός ο άτυπος κοινωνικός κανόνας που σου απαγορεύει την οικειότητα είναι βραχνάς στο λαιμό.

.

Το Βερολίνο όμως το αγαπώ όσο καμιά άλλη πόλη στον κόσμο γιατί δεν είναι Γερμανία ή τουλάχιστον δεν ήταν μέχρι πρόσφατα. Διαβάζω ένα παλιό μου κείμενο σε κάποιο περιοδικό με τίτλο MEIN BERLIN, το καταδικό μου Βερολίνο, που έγραφα ότι αυτή η πόλη είναι “ο μέσα σου τόπος, πυξίδα στη συνείδηση, ο τόπος για να ζεις χωρίς να χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα και σε κανένα, γιατί το Βερολίνο δεν είναι ο άγριος καπιταλισμός της Φραγκφρούρτης, ούτε η συγκλονιστική τάξη του Ντίσελντορφ, ούτε το μουσειακό αράχνιασμα της Βόννης”. Όλα αυτά πριν τέσσερα-πέντε χρόνια, με τον ενθουσιασμό του “εδώ συμβαίνουν όλα και εγώ δεν είμαι εδώ”Αυτή τη φορά όμως ένιωσα ότι το Βερολίνο αλλάζει. Μετά την πτώση του τείχους η πόλη έκανε τον κύκλο της και τώρα σιγά σιγά μεταμορφώνεται στην ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που δεν υπήρξε ποτέ, οι καταλήψεις κλείνουν, τα ενοίκια αυξάνονται, το τείχος γκρεμίζεται οριστικά για να φτιάξουν οι πλούσιοι βίλες δίπλα στο ποτάμι, τίτλοι ιδιοκτησίας για τα εγκαταλελειμμένα κτίρια βάζουν σιγά σιγά τέλος στις κολεκτίβες, τα κινήματα αποδιοργανώνονται και διαλύονται καθώς έρχεται η ανάπτυξη. Μακάρι να κάνω λάθος, μου φαίνεται όμως ότι σε μερικά χρόνια το Βερολίνο θα είναι μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα καρτ ποστάλ, όπως το Λονδίνο και το Παρίσι, φτιαγμένη για τουρίστες και όχι για πραγματικούς ανθρώπους που αναπνέουν αέρα ελευθερίας μέσα από τη συλλογικότητα και την αυτό-οργάνωση. Και καθώς ο ήλιος δύει από το παράθυρο μου στην Alexanderplatz, σκέφτομαι ότι μαζί με το Βερολίνο τελειώνει οριστικά και η Ευρώπη όπως την ξέραμε, οι νέοι της Ευρώπης νικήθηκαν κατά κράτος, η κοινή μας ευρωπαϊκή ταυτότητα αντί να μας ενώσει μας χώρισε, παγιδευτήκαμε κι εμείς μέσα στα σύνορα και μας έφαγαν όλους λάχανο οι φιλελεύθεροι κι οι τεχνοκράτες.

.

Χρόνια τώρα το Βερολίνο ήταν το καταφύγιο μου, ακόμα κι αν όλα πήγαιναν στραβά εγώ θα τα παράταγα και θα έφευγα κατά ‘κει, θα έμενα σε μια κατάληψη και θα ξεκινούσα τα πάντα απ’ την αρχή. Και να που τώρα επιστρέφω με ανακούφιση και κλειστούς λογαριασμούς. Το Βερολίνο θα είναι για πάντα MEIN BERLIN, όμως τώρα πια όλα συμβαίνουν στην Ελλάδα και εγώ θα είμαι εκεί.

.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Όλα είναι ένα ψέμα

16 Απριλίου, 2013

Ε, λοιπόν, έχω φάει κόλλημα με τον Καζαντζίδη. Νομίζω όλα ξεκίνησαν εκείνο το πρωί που καθόμουν σε ένα καφενείο στην Κυψέλη και σε κάποια στιγμή μπήκε μέσα η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, κλασικά με το τσεμπέρι στο κεφάλι και τα μαύρα της γυαλιά, παράγγειλε τούρκικο καφέ και ξεκίνησε να μου λέει για τα πεθαμένα της. Τελευταία μου έχει καρφωθεί κι εμένα στο μυαλό ότι όλοι θα πεθάνουμε. Κι αυτό δεν το λέω μόνο γιατί οι Κυριακές μου έχουν γεμίσει κηδείες και μνημόσυνα, αλλά γιατί έχω την αμυδρή υποψία ότι ο κόσμος γύρω μου την κάνει σιγά σιγά. Εδώ και κάμποσο καιρό έχει αλλάξει η ανθρωπογεωγραφία και των δικών μας πεθαμένων, ψιλομποέμ και αυτόχειρες με κάμποσες άγριες νύχτες στην πλάτη και στυλ ηρώων ταινιών του Νικολαΐδη, πάμε στις κηδείες και τραγουδάμε “όλα είναι ένα ψέμα”, από δίπλα μας ακούγονται ψίθυροι, τι δουλειά έχεις εσύ εδώ ρε Γιάννη, εσένα έπρεπε να καπνίσουμε τις στάχτες σου να σε θυμόμαστε, ο πολύς κόσμος έχει έρθει κατευθείαν απ’ το καφενείο που ξενυχτάμε τα περισσότερα βράδια, η γκαρσόνα από συνήθεια βουτάει το δίσκο και μας μοιράζει πλαστικά ποτηράκια με κονιάκ κι έτσι ο θάνατος αποκτά ξαφνικά περισσότερο νόημα.

.

Στο παλιό μου κινητό που έχω να χρησιμοποιήσω χρόνια σβήνω τηλέφωνα ανθρώπων που δεν ζουν πια, ένας πρώην σπιτονοικοκύρης, το πρώην αφεντικό, δυο τρεις γνωστοί που χάθηκαν από ‘δω κι από ‘κει και άφησαν πίσω μηνύματα να γεμίζουν μνήμες, μπορείς καθώς έρχεσαι να κρατάς ένα μαρούλι, τέτοια πράγματα. Πρέπει να κάνουμε και λίγη πλάκα με το θάνατο μπας και τον ξορκίσουμε, όπως μας κάνει κι αυτός. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από το φίλο μου είναι το μήνυμα του που ζητάει ένα μαρούλι. Ε, λοιπόν, μαρούλι δεν βρήκα να κρατάω τότε κι αυτός πήγε και πέθανε. Τελικά κάπως έτσι είναι να μεγαλώνεις, τίποτα δεν αλλάζει στην πραγματικότητα, ούτε σοφότερος γίνεσαι, ούτε και μαθαίνεις τίποτα απ’ τη ζωή, απλά οι Κυριακές σου γεμίζουν κηδείες και μνημόσυνα..

.

Ίσως βέβαια να μην είναι και τόσο άσχημο όλο αυτό, μερικές φορές μάλιστα, ιδίως κάτι μεσημέρια του Απρίλη που ξυπνάω με την πικρίλα του τσιγάρου στο στόμα και τη φωνή του Καζαντζίδη στο μυαλό, η σκέψη της ματαιότητας είναι τόσο απελευθερωτική, η σιγουριά ότι ο κόσμος θα συνεχίσει να γυρίζει και χωρίς εμάς, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να υπάρχουν και όταν εμείς δεν θα είμαστε εδώ, θα συνεχίσουν να μισούν και να αγαπούν χωρίς καμιά λογική, θα παθιάζονται με μουσικές, βιβλία και ξένα δέρματα και τα μάτια τους θα συνεχίσουν να καίγονται στη βία του μεσημεριανού ήλιου του Απρίλη που είναι ο μήνας ο πιο σκληρός, αυτή η σκέψη λοιπόν γλυκαίνει κάπως το βάρος της ευθύνης, κλέβει λίγο στο ζύγι της προαιώνιας ενοχής και τότε ο Απρίλης γίνεται ο μήνας ο πιο ευσπλαχνικός.

.

Και κάπως έτσι εμείς μπορεί να ζήσουμε για πάντα, ποτέ δεν ξέρεις…

.

βία

26 Μαρτίου, 2013
Woman searching for food in the garbage. Piraeus, crossroad of George the first and Praxitelous, winter 1941-1942.

Woman searching for food in the garbage. Piraeus, crossroad of George the first and Praxitelous, winter 1941-1942.

Έχω ένα παλιό σπίτι που το νοικιάζω σε μετανάστες. Μικρό σπίτι και κάπως σκοτεινό, με μια μεγάλη όμως αυλή γεμάτη λουλούδια και παιδικά όνειρα. Εκεί μεγάλωσα και πέρασα τα πρώτα μου χρόνια, μετά μετακομίσαμε και το σπίτι το νοικιάζαμε σε όποιον καταδεχόταν να περάσει το κατώφλι του, στην αρχή σε ντόπιους που έρχονταν στην πόλη απ’ το χωριό, μετά σε τσιγγάνους, την τελευταία δεκαπενταετία αποκλειστικά σε μετανάστες από την Αλβανία. Έφευγε ο ένας και το άφηνε στον επόμενο, που έφερνε σιγά σιγά την οικογένεια του και όταν το σπίτι γέμιζε παιδικές φωνές και κυνηγητά μετακόμιζαν αλλού και το παραχωρούσαν σε κάποιον άλλο ομοεθνή τους, σχεδόν από χέρι σε χέρι, χωρίς ενοικιαστήρια, μόνο στην εφορία πηγαίναμε μια φορά στα δύο χρόνια για να αλλάξουμε τα στοιχεία και στη ΔΕΗ. Τελευταία οι περισσότερες οικογένειες Αλβανών που γνωρίζω επιστρέφουν πίσω στην πατρίδα τους, τέλος τα μεροκάματα, τέλος οι δουλειές, κι αυτοί που άλλα ονειρεύτηκαν κάποτε, φορτώνουν τώρα έπιπλα και παιδιά που δεν μιλούν άλλη γλώσσα από τα ελληνικά σε φορτηγά κι επιστρέφουν. Μετά που ο μπαμπάς μου αρρώστησε από τα μνημόνια τη διαχείριση του σπιτιού την ανέλαβα αποκλειστικά εγώ και με τον τελευταίο ένοικο αναπτύξαμε και σχέση, πηγαίναμε που και που για καφέ ή στην παιδική χαρά με τα παιδιά του και μου ‘λεγε ωραίες ιστορίες από την Αλβανία και από πόλεις που δεν θα ταξιδέψω ποτέ, κάποιες φορές που δεν είχε να πληρώσει του ‘κανα και έκπτωση και αυτός μου ‘δινε για αντάλλαγμα από μια γλάστρα με τριαντάφυλλα. Κι ένα βράδυ μου τηλεφώνησε η παπαδιά του πρώτου ορόφου ότι ήρθε φορτηγό και να πάω να ελέγξω μην φύγει κρυφά με απλήρωτα νοίκια. Τον πρόλαβα την τελευταία στιγμή που στοίβαζε παιδικά καροτσάκια και ρούχα τυλιγμένα ανάκατα με παπούτσια, σεντόνια και κατσαρολικά. Χρωστούσε βέβαια νοίκια και απλήρωτους λογαριασμούς, όμως πως να κρατήσεις κακία σε κάποιον που σου ‘δωσε γλάστρες με τριαντάφυλλα, έκλαιγε κι αυτός, έκλαιγα κι εγώ, αυτός από ντροπή που κάποτε ήταν περήφανος και τώρα φεύγει στα κρυφά κι εγώ πάλι από ντροπή που έχω τόσο μίσος μέσα μου και το αφήνω να με τρώει.

. Ανάγνωση του υπολοίπου…