Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δεν είμαι άβαταρ

16 Απριλίου, 2014

IMG_20140412_155339

Φέρθηκα άγρια στην άνοιξή μου και έσπασε και σκορπίστηκε…

Από τότε, πρέπει να παραφυλάω για κάθε περαστικό θραύσμα…

Εγώ δεν ήμουν πεταλούδα, ούτε συλλέκτης. Ερωτευόμουν “ψυχές”.

Έτσι έμαθα να τις ξεχωρίζω.

-Αρλέτα

Την άνοιξη κάνω μεγάλες βόλτες στην παραλία. Δεν είμαι άβαταρ. Μια μέρα ήθελα να γυρίσω σπίτι. Δεν είμαι άβαταρ. Πηγαίνω στη δουλειά. Γυρνάω απ’ τη δουλειά. Πηγαίνω στη δουλειά. Γυρνάω απ’ τη δουλειά. Με ρομποτικές κινήσεις διασχίζω την καθημερινότητα χωρίς ανάσα. Δεν είμαι άβαταρ. Γράφω για να κοροϊδέψω το χρόνο, δεν είμαι άβαταρ. Μερικές φορές νιώθω σαν σκύλος χτυπημένος στην άκρη του δρόμου. Μερικές φορές το κρεβάτι μου μοιάζει με σχεδία ναυαγού στη μέση του ωκεανού. Τις περισσότερες φορές η ζωή είναι ωραία. Τις πιο πολλές μέρες γελάω με την καρδιά μου. Δεν είμαι άβαταρ, κι αυτή είναι η ιστορία μου: Αρρώστησα από έρωτα. Εγώ ο περήφανος ταπεινώθηκα ως το κόκαλο. Έπρεπε να δραπετεύσω από τη Θεμιστοκλέους και δεν μπορούσα, έσερνα τα βήματα στην Ακαδημίας, μπουσουλώντας έφτασα ως τη Σταδίου. Έπρεπε μόνο να καταφέρω να φτάσω στο αεροδρόμιο, μετά θα ήταν καλά. Μόνο να πάω σπίτι, άλλο αίτημα δεν είχα. Όμως η διαδρομή Εξάρχεια-Σύνταγμα ήταν σωστός Γολγοθάς με τσιμεντόλιθους για πόδια και μια πολυκατοικία στην πλάτη, σκυφτός με τη μύτη ως τις φτέρνες. Πέρασα δίπλα από τα συντρίμμια μιας τρομοκρατικής έκρηξης, μα τα δικά μου συντρίμμια ήταν περισσότερα. Δεν ήμουν άβαταρ. Έφτασα στο αεροδρόμιο, με μάζεψαν οι φίλοι. Μου έδωσαν καθαρά ρούχα, μου έφτιαξαν φαγητό και τα σωστά ποτά. Οι φίλοι μου. Οι υπέροχοι, οι καλοσυνάτοι, οι γενναιόκαρδοι φίλοι μου. Τώρα ζω κοντά στη θάλασσα. Μαζεύω ανεμώνες απ’ τις πλαγιές, τις βάζω σε μικρά γυάλινα ποτήρια δίπλα στο παράθυρο, τα απογεύματα μελαγχολώ στη θέα των καραβιών στο ανοιχτό πέλαγος, δεν είμαι άβαταρ. Μακριά από την πόλη, στην ησυχία του χωριού που βρήκα καταφύγιο όλα είναι ήσυχα. Μαθαίνω τα πάντα από την αρχή, μαζεύω χόρτα για το μεσημεριανό μας, συναντώ περίεργα ζωάκια, σκαντζόχοιρους, αλεπούδες, χελιδόνια και ασβούς, οξύνθηκαν οι αισθήσεις μου, βρίσκω τη γεύση μου, μαθαίνω να ακούω τα έντομα, να ξεχωρίζω τα χρώματα, να αφήνομαι σε αγγίγματα. Στις πέντε το πρωί ο ουρανός είναι καθαρός, τα κρινάκια του κήπου δεν έχουν ανοίξει ακόμα και η καταιγίδα έχει σταματήσει. Εγώ δεν είμαι πια άβαταρ.

«Πότε θα πάμε σπίτι;»

14 Απριλίου, 2014

Πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε για να πάμε σπίτι μας;

Διασχίζοντας χιλιάδες χρόνια θάλασσες μαύρες και απάτητα βουνά

Τα πόδια μας νάρκες ακήρυχτων πολέμων

Το στόμα μας τρικυμία

Κι οι ποιητές να μην γράφουν πια για το Αιγαίο.

 

Πότε θα πάμε σπίτι;

Ανάμεσα σε Λαμπεντούζες και Φαρμακονήσια

145 ναυτικά μίλια μακρυά απ’ την ακτή το κρύο ως το μεδούλι

Να διψάς για νερό κι όλη η Μεσόγειος να μη σου φτάνει.

 

Περάσαμε τόσα σύνορα κι είμαστε ακόμη εδώ

Εμείς οι λαθραίοι, οι απόβλητοι

Αυλάκια τα πρόσωπα

Μικρά κουμπιά για μάτια

Τα δάκρυα ανοίγουνε τρύπες σε άγονη γη

Και ξερονήσια.

 

-Φοβάσαι; -Δεν φοβάμαι!

(που και που μόνο απελπίζομαι)

 

Περάσαμε τόσα σύνορα κι είμαστε ακόμη εδώ

Καπετάνιοι μαζί και ναύτες

Των πιο θλιβερών ναυαγίων

Ικέτες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης

Γονυπετείς στα σύνορα της Frontex

Γαντζωμένοι σε φορτηγά για την Αγκόνα

Πατσαβούρες στα φανάρια

Το σπίτι μας είναι σπίτι σου είναι σπίτι μας

Το σπίτι μας…

 

Το βράδυ του μεγάλου πνιγμού οι λιμενικοί μας χτυπούσαν

Να ξαναπέσουμε στη θάλασσα

Μετά σκοτάδι

Και μετά προβολείς

Βρισιές

Δύο χρονών, πέντε χρονών, οχτώ χρονών

Εννιά χρονών, έντεκα, δεκατριών

(τι κόσμος μαμά!)

 

Μπροστά μόνο δέντρα από μικρόφωνα και δορυφορικά πιάτα τηλεόρασης

Η Μεσόγειος όλη ξεφούσκωτες βάρκες

Και σαγιονάρες που κολυμπούν στον αφρό

Ήρθαμε από την Ιωνία, από την θάλασσα

Αφήστε μας μόνο να θάψουμε τους νεκρούς μας.

 

Πότε θα πάμε σπίτι;

 

ποίημα γραμμένο για το αφιέρωμα του radiobubble στο θόδωρο αγγελόπουλο

There is a light that never goes out

25 Μαρτίου, 2014

Τα βράδια της άνοιξης πίνω κόκκινο κρασί. Κρατάω γερά το μπουκάλι, βγάζω τον φελλό με τα δόντια σε στυλ αμερικάνικου γουέστερν, πίνω κατευθείαν απ’ το στόμιο, με κατατρέχουν τα γεγονότα και το ηλεκτρονικό ολόγραμμα του Άδωνη, η απαίσια τσιρίδα μου πληγώνει τα αυτιά και ο σκύλος με κοιτάει με συμπόνοια. Σέρνομαι με τις παντόφλες στα μωσαϊκά, ανοίγω βαριεστημένα την τηλεόραση, παντού το ολόγραμμα, αλλάζω τα κανάλια με μανία. Στα διεθνή νέα, οι άστεγοι της Ιαπωνίας καθαρίζουν το κατεστραμμένο εργοστάσιο της Φουκοσίμα. Ένας κεφαλοκυνηγός φέρνει στους εργολάβους ανθρώπους που βρίσκει να κοιμούνται σε χαρτόνια, για λιγότερο από χίλιες λίρες το κεφάλι. «Δεν κάνω ερωτήσεις. Δεν είναι αυτή η δουλειά μου. Απλά τους βρίσκω, τους στέλνω να δουλέψουν και παίρνω τα λεφτά μου, αυτό είναι όλο» δήλωσε στο Reuters.

 

Εγώ εδώ, τα ίδια, μου λείπεις, βγαίνω βόλτα στην πόλη, μυρίζουν τα λουλούδια, όλο σκοντάφτω στα προεκλογικά έργα του δημάρχου, πέφτω και σηκώνομαι, κάποτε καρφώνομαι σε δυο πατούσες με βρώμικες άσπρες κάλτσες που κουνιούνται μόνες στον ύπνο τους, δίπλα ένας καφέ αρκούδος, ενθύμιο κάποιας παλιάς ζωής, άστεγος κι αυτός μακριά από το σπίτι του, άστεγος κι εγώ χωρίς εσένα. Πιο ‘κει ακρωτηριασμένοι τοξικομανείς με τα μούτρα κολλημένα στη τζαμαρία κοιτούν με αγωνία τους αναγνώστες των τοπικών φρη πρες που, παρά την ανυπόφορη ζέστη της άνοιξης, τρώνε αχνιστή σούπα από κόκαλο μοσχαριού. Τα μεσημέρια εξακολουθώ να ονειρεύομαι το ολόγραμμα του Άδωνη, κι εσύ να μην είσαι εδώ κι όλο να με παίρνεις τηλέφωνο απ’ τις συναυλίες να ακούμε τραγούδια, αλλά να μην είσαι εδώ.

 

Τα νέα τα μαθαίνω κυρίως από τα αμπαλαρισμένα μαγαζιά της πόλης, που, τυλιγμένα όπως είναι με παλιές εφημερίδες, μοιάζουν με σύγχρονα σκιάχτρα που διώχνουν μακριά τους ενοχλητικούς, και είναι σαν να λένε, να φύγετε, εδώ δεν μένει πια κανείς, το σαξές στόρι πέρασε από το επόμενο στενό. Στην τζαμαρία του πρώην μπακάλικου της γειτονιάς διαβάζω πως στη Βολιβία εκατόν πενήντα πιτσιρίκια συνεπλάκησαν με την αστυνομία με αφορμή ένα νομοσχέδιο που απαγόρευε την εργασία κάτω από τα δεκατέσσερα έτη. Τα πιτσιρίκια απαιτούσαν να δουλέψουν για να στηρίξουν τις οικογένειες τους, όμως το αίτημά τους απορρίφθηκε από το κοινοβούλιο. Το δικό μου αίτημα είναι μόνο για λίγη τεμπελιά κάτω απ’ τις λεμονιές που καθόμασταν μαζί και για τις Κυριακές που θα σου μαγειρεύω κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο. Μόνο να έρθεις κι εγώ θα σου φτιάχνω τσάι με βότανα, θα σου λούζω τα μαλλιά, θα σε πηγαίνω στο πάρκο να σου δείχνω τους κορμούς των δέντρων, θα είναι ωραία. Το ολόγραμμα του Άδωνη εξακολουθεί να με κατατρέχει. Να πεθάνει ο φασισμός!

 

Στην πλαϊνή τζαμαρία του μπακάλικου διαβάζω για ένα δεκάχρονο κορίτσι που συνελήφθη στο Αφγανιστάν ζωσμένο με εκρηκτικά, λίγο πριν τα ενεργοποιήσει. Ο αδερφός της την ανάγκασε να γίνει καμικάζι. Τον περασμένο χρόνο, ο τοπικός κοινοτάρχης απέμεινε χάρη σε αρκετά παιδιά που είχαν επιχειρήσει επιθέσεις αυτοκτονίας. Κι εσύ να μην έρχεσαι κι όλο να σε περιμένω για να χορέψουμε μαζί Σμιθς μέχρι να ζαλιστούμε και να πέσουμε κάτω και μετά να τσακωνόμαστε αν το Queen is Dead ή το Strangeways Here We Come είναι ο καλύτερος δίσκος και άκρη να μη βγάζουμε, να γυρνάμε σε τοπία που την άνοιξη είναι σαν πίνακες του Βαν Γκονγκ, να σου μιλάω για τα λαϊκά κορίτσια της επαρχίας που δουλεύουν σε καφετέριες και όλο λένε οκέι και αμ σόρυ και μετά κοιμούνται με αμερικανούς μισθοφόρους που την επόμενη μέρα φεύγουν για να σκοτώσουν αμάχους στο Ιράκ.

 

Γι’ αυτό σου λέω, έλα, θα πάμε βόλτα με το αυτοκίνητο, θα γαμηθούμε σε κάποιο νοικιασμένο δωμάτιο κοντά στην αποβάθρα του λιμανιού, θα καπνίσουμε μαζί στο παράθυρο, να ξεχάσουμε τον Άδωνη και το θάνατο.

.

Δως μου αυτή τη γεύση

5 Μαρτίου, 2014

IMG_20140302_111803

Ένα πρωί ξύπνησα και δεν είχα γεύση. Ήταν Πέμπτη και ο κόσμος πήγαινε κατά διαόλου, όμως το δικό μου δράμα ήταν μεγαλύτερο κι από πυρηνική καταστροφή. Η αιτία του προβλήματος ήταν ένα τρομερό κρύωμα, όμως η έλλειψη της γεύσης ήταν ακόμα πιο τρομερή και από τον υψηλό πυρετό και από τα υπόλοιπα αηδιαστικά συμπτώματα της ίωσης και από οτιδήποτε δραματικό είχε ζήσει στην μέχρι τότε ζωή μου. Ήταν εντελώς αδιανόητο, εντελώς παράλογο, χειρότερο κι από τον πιο ενδόμυχο φόβο μου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουν συχνά πόσο σημαντικές είναι για τη ζωή μας οι υπόλοιπες αισθήσεις, σπάνια όμως έδινα μεγάλη σημασία στην αίσθηση της γεύσης, που τώρα πια ήταν η αγαπημένη μου αίσθηση, άργησα όμως πολύ να το συνειδητοποιήσω, και ίσως πια να την είχα χάσει για πάντα. Ο γιατρός μου βέβαια με καθησύχαζε, με διαβεβαίωνε ότι θα επανέλθει μόλις υποχωρήσει η ίωση, όμως εγώ ήμουν εξαιρετικά καχύποπτος. Τις μέρες που ακολούθησαν έφαγα οτιδήποτε μπορεί να φάει ένας άνθρωπος πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, σε μια ύστατη απεγνωσμένη προσπάθεια να ξαναβρώ έστω και λίγη από τη χαμένη μου αίσθηση: γλυκά, ξινά, πικρά, αλμυρά, γλυκόξινα, αλμυρόξινα, γλυκοπικρόξινα, κρύα, ζεστά, καυτά, καυτερά. Τα μάσαγα με διαφορετικούς τρόπους, τα γύρναγα σε διαφορετικά μέρη της γλώσσας, έψαχνα απεγνωσμένα για ένα τελευταίο έστω γευστικό κύτταρο, στο πίσω μέρος της γλώσσας, στο πλάι, στην άκρη, πάνω, κάτω, πουθενά, απόγνωση.

 

Ήταν όμως θέμα γευστικών αισθητήρων ή ολοκληρωτικής καταστροφής του εγκεφαλικού μου φλοιού; Έψαξα στα βιβλία της ψυχιατρικής κι έμαθα ότι ο γευστικός φλοιός βρίσκεται στον μετωπιαίο λοβό του εγκεφάλου και αποτελείται από δυο βασικές δομές: τον πρόσθιο νησιδιακό φλοιό (insula) και τη μετωπιαία καλύπτρα. Οι περιφερικοί υποδοχείς γεύσης που βρίσκονται στη γλώσσα, στον μαλακό ουρανίσκο, το φάρυγγα και τον οισοφάγο μεταδίδουν τα σήματά τους σε κύριους αισθητικούς άξονες, όπου το σήμα προβάλλεται στον πυρήνα μονήρους δεσμίδας στον προμήκη μυελό, ή τον γευστικό πυρήνα του συμπλέγματος της μονήρους δεσμίδας. Δεν καταλάβαινα τίποτα κι επιπλέον εξακολουθούσα να μην έχω γεύση. Και όσο δεν είχα γεύση συνέχιζα να καταβροχθίζω ό,τι έβρισκα μπροστά μου, με βουβό πόνο στην αρχή, με λύσσα στη συνέχεια, με απόγνωση στο τέλος. Έτρωγα κρουασάν βουτύρου, κρουασάν σοκολάτας, λουκουμάδες γεμιστούς με σιρόπι, κι άλλους λουκουμάδες, καλιτσούνια γλυκά, καλιτσούνια αλμυρά, πίτσες, λαγάνες, θαλασσινά και λοιπά σαρακοστιανά, χαλβάδες με διάφορες γεύσεις-που φυσικά εγώ δεν τις ξεχώριζα-ακόμα περισσότερους λουκουμάδες, και όσο έτρωγα τόσο δεν είχα γεύση και όσο το μασούλημα μου θύμιζε βρεγμένο χαρτί τόσο πίεζα τον εαυτό μου να μασουλάει κι άλλο μέχρι να βρω ξανά μια αμυδρή έστω αίσθηση της χαμένης μου γεύσης. Ζήλευα ακόμα και το σκύλο που καταβρόχθιζε την ξηρή του τροφή με μεγάλη απόλαυση, πρέπει να μάλιστα να είχε καταλάβει το πρόβλημα μου γιατί όσο μασουλούσε με κοιτούσε επιδεκτικά, έβλεπα την ξεκάθαρη ειρωνεία στο βλέμμα του, τον μισούσα. Όλες αυτές τις μέρες ενημερωνόμουν βέβαια για όσα συνέβαιναν στον πλανήτη, όμως το δικό μου πρόβλημα ήταν μεγαλύτερο από των Ουκρανών, πιο ανησυχητικό και από το ενδεχόμενο στέρησης της επόμενης εθνικής μας δόσης.

 

Παρανοούσα, αυτή η ίωση ήταν το χειρότερο πράγμα που μου είχε συμβεί ποτέ, ήθελα να γίνω κι εγώ δραματικός, όπως ο φίλος μου ο Α. που είχε H1N1 κι έγραφε στο φέησμπουκ «τι μου γύρεψε ο χάρος» κι άλλα τέτοια απελπισμένα και οι φίλοι μας του συμπαραστέκονταν με γενναιότητα, ήθελα κι εγώ συμπαράσταση, όχι για τον πυρετό και τα σιρόπια και τον κατ’ οίκον περιορισμό, τώρα πια ήθελα συμπαράσταση για τις άσκοπες θερμίδες που έπαιρνα χωρίς την παραμικρή ευχαρίστηση. Ήμουν όμως ένας αξιοπρεπής άρρωστος και το δράμα μου το ζούσα βουβά και σιωπηλά, έτσι δεν έλεγα τίποτα σε κανένα (στο κάτω κάτω ντρεπόμουνα, ήμουνα ένα φρικιό που δεν είχε γεύση, είχα χάσει για πάντα κάθε κοινή αναφορά με τον υπόλοιπο πλανήτη), έτσι άρχισα να σωματοποιώ κάπως το πρόβλημα, να ζω ψυχεδελικά. Ένα βράδυ ας πούμε ονειρεύτηκα ότι ήμουν σε μια δεξίωση και έδινα ένα βραβείο στη Cher, αν θυμάμαι καλά ήταν ένα μεγάλο βραβείο για τη συνολική της προσφορά στην τέχνη, ανέβηκα στο βάθρο, διάβασα τον λόγο μου και μετά η αίθουσα γέμισε φαγητά και γλυκά, από τον ουρανό έπεφταν καραμέλες, γλειφιτζούρια, σοκολάτες, μπουτάκια κοτόπουλου, γαρίδες τηγανιτές, στο τέλος ήρθε και η Cher και αρχίσαμε να χορεύουμε όλοι μαζί ένα τραγούδι της που δεν θυμάμαι γιατί βασικά δεν ξέρω κανένα τραγούδι της Cher, θυμάμαι μόνο πως η χορογραφία έμοιαζε λίγο με καν καν, αυτή φορούσε ένα μπικίνι με φτερά στον ώμο κι εγώ είχα άγχος να πιάσω όσο περισσότερα μπουτάκια κοτόπουλου μπορούσα από τον ουρανό. Ξύπνησα έντρομος και κάθιδρος.

 

Νωρίτερα την ίδια μέρα είχα πάει στο γιατρό και μου έγραψε κι άλλα σιρόπια, ένα για τον πυρετό και ένα για το βήχα, με ρώτησε αν νομίζω ότι έχω H1N1, του είπα που να ξέρω εγώ γιατρέ, τελικά μου έδωσε τα σιρόπια και την ευχή του για καλή τύχη, που μου δημιούργησε ένα μικρό προβληματισμό. Στο δρόμο βρήκα και ένα παλιό μου συμμαθητή που τρελάθηκε πριν από χρόνια, μου λέει που πας, του λέω άσε, έχασα τη γεύση μου και πάω στο γιατρό, μου λέει χαχαχα  τι αστείο, του λέω που είναι το αστείο ρε Μπίλυ; μου λέει να, ο γιατρός πάει στο γιατρό, είναι πολύ αστείο χαχαχα, του λέω α, τώρα το έπιασα το αστείο, έχεις δίκιο είναι για γέλια χαχαχα, ναι μου λέει, χαχαχα, τι πλάκα ΧΑΧΑΧΑ και μου δίνει μια σπρωξιά στον ώμο, κάπου εκεί μας πιάνουν τα γέλια για τα καλά, ΧΑΧΑΧΑ ο Μπίλυ, ΧΑΧΑΧΑ κι εγώ, γελάμε δυνατά και δεν μπορούμε να σταματήσουμε, ΑΧΑΧΑΧΑΧΑ γεια σου ρε γιατρέ με σκουντάει ο Μπίλυ, ΑΧΑΧΑΧΑΧΑ γεια σου κι εσένα ρε Μπιλάρα, ΧΑΧΑΧΑ, στο τέλος μείναμε κανένα τέταρτο αγκαλιασμένοι να κλαίμε από τα γέλια, για την ακρίβεια ο Μπίλυ έκλαιγε από τα γέλια κι εγώ έκλαιγα κανονικά, από απελπισία για τη χαμένη μου γεύση.

 

Κάπως έτσι κύλησε η τελευταία εβδομάδα. Και σήμερα το πρωί ξαφνικά η γεύση μου επέστρεψε και είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου, για την ώρα όμως πρέπει να χάσω τα άσκοπα κιλά που πήρα τις προηγούμενες μέρες από τους άγευστους λουκουμάδες.

.

σπισισμός

27 Φεβρουαρίου, 2014

τσαντίλω

Τα ζώα δεν έχουν εκλογικά βιβλιάρια ούτε βιβλιάρια καταθέσεων. Δεν έχουν πιστωτικές κάρτες και δεν κρύβονται από τις εισπρακτικές. Δεν απομνημονεύουν πάσγουορντς, δεν έχουν Α.Φ.Μ., Α.Μ.Ι.Κ.Α., Α.Μ.Κ.Α., αριθμό μητρώου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αριθμό αστυνομικής ταυτότητας, διαβατηρίου, άδεια παραμονής, πιστοποιητικό γεννήσεως, τραπεζικούς λογαριασμούς, κάρτες ανάληψης μετρητών, καταναλωτικά δάνεια, στεγαστικά δάνεια, διακοποδάνεια, μπριζολοδάνεια, εκκαθαριστικά σημειώματα, ασφαλιστικές ενημερότητες από οικείους ασφαλιστικούς φορείς ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΟΑΕΕ, ΤΥ.ΔΚΥ ΟΠΑΔ, ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ, ΤΥΠΕΤ, κομματική ταυτότητα, φάκελο στην ασφάλεια, προνομιακή κάρτα μέλους στον Ολυμπιακό. Δεν περιμένουν σε ουρές του ΟΑΕΔ, δεν έχουν κάρτα ανεργίας, δεν δουλεύουν υπερωρίες, δεν παράγουν υπεραξία, δεν ξέρουν τι θα πει ατομική ιδιοκτησία. Επίσης δεν συνδικαλίζονται, δεν έχουν προλεταριακή συνείδηση, ταξική αυτοσυνειδησία, δεν είναι οι ατμομηχανές της ιστορίας, ούτε και ξέρουν τι είναι ο αναρχοσυνδικαλισμός (και φυσικά δεν θα δείτε κανένα σκύλο στην ΟΝΝΕΔ και καμία γάτα στα ΚΝΑΤ). Τα ζώα δεν ξέρουν ποιος είναι ο Χαρδαβέλας ούτε καν ο Σταύρος Θεοδωράκης, δεν διαβάζουν Πρώτο Θέμα, δεν συμμετέχουν σε πάνελ εκπομπών. Δεν βάζουν τα καλά τους για να βγουν Σάββατο βράδυ, δεν πετάνε γαρίφαλα στα σκυλάδικα, και προτιμούν τις λαϊκές ταβέρνες αντί για την Σπονδή. Δεν έχουν φέησμπουκ, δεν παίζουν φάρμβιλ και δεν παρακολουθούν ειδήσεις στο ΣΤΑΡ. Τα ζώα δεν ξέρουν τι θα πει φλέγμα. Δεν διαβάζουν βιβλία βιοενεργειακής εξισορρόπησης και αυτοβελτίωσης, δεν διαβάζουν ζώδια, δεν ασχολούνται με την υπερκαπιταλιστική μεταφυσική, δεν ξέρουν τι θα πει πειθαρχία και αναβολή ικανοποίησης, δεν ονειρεύονται καλύτερες εκδοχές του εαυτού τους. Δεν ψάχνουν την ισορροπία ανάμεσα στα ενεργειακά τους ρευστά και δεν κάνουν γιόγκα, χάθα αστάνγκα γιόγκα, μιλόνγκα, ζανγκ φου, κουνγκ φου, ρέικι, τάι τσι, πιλάτες, αικίντο, υπνοθεραπεία, δραματοθεραπεία, κρυσταλλοθεραπεία, αρωματοθεραπεία, βοτανοθεραπεία, σταφυλοθεραπεία. Επίσης δεν αγοράζουν προϊόντα ενυδάτωσης και προστασίας από τον ήλιο, κρέμες απολέπισης, κρέμες νυκτός, τονωτικές λοσιόν για το πρόσωπο, επανόρθωσης κατά της ψαλίδας, τζελ καθαρισμού για λιπαρές επιδερμίδες, γαλάκτωμα καθαρισμού για κανονικές επιδερμίδες, lip care με βούτυρο κακάο, απαλά αφρόλουτρα, βιολογικά έλαια τζοτζόμπα, σαμπουάν για βαμμένα μαλλιά, χάπια για βλαμμένα μυαλά, απαλές κρέμες ξυρίσματος κατά των ερεθισμών, και φυσικά δεν θα δείτε ποτέ καμιά αρκούδα να κάνει φις σπα. Τα ζώα δεν εκκλησιάζονται, δεν προσεύχονται, δεν νηστεύουν το Πάσχα, δεν έχουν υπαρξιακές ανησυχίες, δεν έχουν παιδικά απωθημένα, δεν έχουν οιδιπόδεια συμπλέγματα και αντί για ψυχανάλυση προτιμούν έναν υπνάκο κάτω απ’ τον ήλιο. Επίσης δεν φτιάχνουν τοπ τεν με τις σύγχρονες νευρώσεις της εποχής, δεν έχουν δυσκολίες δέσμευσης, αϋπνίες, στυτικές δυσλειτουργίες, επαγγελματική εξουθένωση, ψυχοσωματικές διαταραχές, φόβο της ευτυχίας, προβλήματα ταυτότητας. Τα ζώα δεν έχουν εταιρικό e-mail, msn, skype, outlook, i-phone, mini notebook, usb cable, VMPC, SDCARDS, TCPMP, GPS, PDA, Java Script και οθόνες TFT, ούτε διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και προϊόντα προστασίας από ιούς και κακόβουλα λογισμικά, επίσης δεν ξενυχτάνε σε ουρές για να αγοράσουν το πιο σύγχρονο γκάτζετ. Τα ζώα δεν πάνε στο στρατό, δεν παίζουν στο χρηματιστήριο, δεν χτίζουν τσιμεντουπόλεις, δεν εισβάλλουν στο Αφγανιστάν ή στη Συρία, δεν παρακαλάνε βουλευτές για μια θεσούλα στο δημόσιο, δεν χειροκροτούν παρελάσεις, δεν εμπορεύονται συνειδήσεις, δεν χαιρετούν ναζιστικά, δεν μαχαιρώνουν στα σκοτεινά, δεν ξέρουν τι θα πει φυλετικός διαχωρισμός. Το χέρι που δεν μπορούν να το δαγκώσουν δεν το φιλάνε.

Αυτά τα λίγα για την ηθική υπεροχή του είδους σας.

σε μια τσίγκινη σκεπή

15 Φεβρουαρίου, 2014

65

Σε θέματα έρωτα τα είχα πάντα λίγο μπερδεμένα. Δεν θυμάμαι πρόσωπα και ημερομηνίες, θυμάμαι όμως μουσικές. Θυμάμαι και ταράτσες δίπλα σε άδεια εφηβικά δωμάτια πλημυρισμένα με πόστερς των Smiths και του Τσε, αναρχικά μανιφέστα κι ένα χαλασμένο πικάπ που γύρναγε με περισσότερες στροφές, έτσι που αγάπες και τραγούδια τα έμαθα αλλιώς.

.

Ένα καλοκαίρι με καύσωνα το πικάπ μου έπαιζε μόνο Στέρεο Νόβα κι εμείς χορεύαμε το Νέα Ζωή 705 και τα βράδια στροβιλιζόμασταν γύρω γύρω στο δωμάτιο με τα φώτα κλειστά, μέχρι που πέφταμε κάτω από τη ζαλάδα και κοιμόμασταν στο κρύο πάτωμα και όταν ξυπνούσα έβρισκα δίπλα μου σκισμένα χαρτάκια με στίχους που έλεγαν για φραουλένιες πεδιάδες και γραμμικές κοιλάδες. Αργότερα, στην τσιμεντούπολή, γνώρισα ένα αγόρι από τη Νέα Ζωή που έπαιρνε το 705 για να πάει στη σχολή του, ανεβοκατεβαίναμε μαζί τη Λένορμαν, τα βράδια καθόμασταν στο αστεροσκοπείο, τα πρωινά κάναμε βόλτες στους κινηματογράφους της Ομόνοιας και η ζωή μας ήταν σαν τραγούδι των Στέρεο Νόβα, το χρέος μου το έκανα.

.

Ώσπου μια μέρα την είδα στα σκαλάκια της Καλλιδρομίου να τραγουδάει μόνη της ένα τραγούδι της Siouxsie και την ερωτεύτηκα αμέσως, μόνο που δεν βρήκα το θάρρος να της μιλήσω. Για μήνες τριγύρναγα στα Εξάρχεια για να τη βρω και στο μυαλό μου προετοίμαζα την συνάντηση, τι θα έλεγα, πως θα το έλεγα, τι θα έκανα αν είχε άλλον-αποκλείεται να είχε άλλον!-αν πάντως είχε δεν θα ξεμπέρδευε εύκολα μαζί μου, κάπου εκεί αγρίευα, παρανοούσα, σκεφτόμουν ότι ίσως με έψαχνε κι αυτή, σίγουρα θα με έψαχνε κι αυτή, ίσως την ώρα που εγώ ανέβαινα τη Θεμιστοκλέους εκείνη να κατέβαινε την Τοσίτσα, γαμώ τα Εξάρχεια και όλους τους δρόμους της Αθήνας που την κρατάνε μακριά μου, τελικά δεν την βρήκα ποτέ. Και μια μέρα, χρόνια μετά, την ξαναείδα να σερβίρει στην πλατεία Αβησσυνίας, ανυποψίαστη για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο μυαλό μου εξαιτίας της, παράγγειλα κρασί, τη ρώτησα αν τα καλαμαράκια είναι κατεψυγμένα και κάπως έτσι έληξε οριστικά ο υπερβατικός και εξαντλητικός έρωτας μου γι’ αυτήν, πάνω σε ένα χάρτινο τραπεζομάντηλο με καλαμαράκια, που τελικά ήταν κατεψυγμένα.

.

Ασφαλώς και ήμουν εξοικειωμένος με την ιδέα ότι μερικές φορές η αγάπη πονάει, όταν, πολλά χρόνια πριν, η τότε αγαπημένη μου μου άνοιξε το κεφάλι με ένα κεραμίδι. Ήμασταν περίπου οκτώ και αγαπιόμασταν ειλικρινά, δεν θυμάμαι γιατί χρειάστηκε να καταφύγει στη βία εναντίον μου, πάντως δεν θα ξεχάσω τον πανικό στο κέντρο υγείας του νησιού και ότι στο ατιμωτικό ταξίδι της επιστροφής από τα Δωδεκάνησα γύρναγα μπρος πίσω την κασέτα του γουόκμαν να ακούω Nirvana. Δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ γιατί οι τύραννοι κατέστρεφαν την αγάπη μας, εμείς όμως σε πείσμα της απόστασης ανταλλάσαμε για χρόνια σετ αλληλογραφίας και κασέτες με τραγούδια.

.

Μετά έζησα κι άλλους χωρισμούς, στο Μπάτμαν με κονιάκ και Χαρούλα, στους Sonic Youth με χάπια, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης με κουτάκια μπύρας. Κι ένα βράδυ που ήθελα να πεθάνω από έρωτα, πέρασα από το μαγαζί που τραγουδούσε η φίλη μου η Σοφία, και όταν οι ρακές έστειλαν στο διάολο κάθε ελπίδα αξιοπρέπειας βρέθηκα να τραγουδάω μαζί με την ορχήστρα και να παίζω ένα μουσικό όργανο που δεν είχα ξαναδεί ποτέ, κάτι σαν αβγό με ρύζι μέσα που έκανε τσικ τσικ και τραγουδούσαμε λυπημένα τραγούδια, σιγά σιγά μαζευόταν και κόσμος, γέμισε το μαγαζί, γέμισε και το στενό απ’ έξω γιατί όλοι αγαπούν τα λυπημένα τραγούδια. Και όταν είπαμε εκείνο το τραγούδι που λέει «Μαύρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι», τότε όλοι τραγουδούσαμε δυνατά και παράφωνα, κι εμείς από μέσα και οι άλλοι έξω στο στενό, και κάπως έτσι πέρασε κι αυτός ο έρωτας, λυγμικά μαζί και θριαμβευτικά.

.

Τι είναι αυτό που ενεργοποιεί μέσα μας τον μηχανισμό του έρωτα; Το πρώτο φιλί; Η σεξουαλική αφύπνιση; Το ανολοκλήρωτο; Μπορεί και όλα μαζί, μπορεί η αγάπη να είναι ένα συνεχές, σαν αυτές τις μεταλλικές μπάλες που κινούνται δεξιά κι αριστερά δημιουργώντας ταλαντώσεις στο διηνεκές. Δεν ξέρω με ακρίβεια πως είναι ο έρωτας, ξέρω όμως πως έχει πολλή μουσική. Και πως όταν όλα πάνε στραβά, θα πάρω το αγόρι μου και θα ζήσουμε μαζί για πάντα σε ένα στίχο της Βίκυς Μοσχολιού.

.

Γραμμένο για το "lovestory" αφιέρωμα του enfo.gr

Δύσπνοια

8 Φεβρουαρίου, 2014

IMG_20130703_170535

Κι εκεί που έχεις μια κανονική ζωή με μια κανονική δουλειά, κανονική οικογένεια και κανονικούς φίλους και όλα φαίνεται να κυλούν κανονικά, συμβαίνει ένα ακραίο γεγονός, έξω από τα περιθώρια της καθημερινότητας, ένα τροχαίο με το αυτοκίνητο, το έμφραγμα ενός φίλου, μια επιληπτική κρίση που σε τινάζει στον αέρα σαν ηλεκτρική εκκένωση και τα βλέπεις όλα διαφορετικά, για μια στιγμή σταματάς να σκέφτεσαι τα πράγματα που σε απασχολούσαν ως τώρα, τα λάικ που δεν πήρες στο φέησμπουκ, το διαγώνισμα της κόρης σου που ήταν 16 και όχι 19, το γκόμενο που σου λέει λιγότερα μωράκι μου από όσα θα ήθελες, και κάπου εκεί, μέσα στην ομίχλη του μυαλού επαναπροσδιορίζεις τα βασικά, θυμάσαι όλα αυτά που δεν είπες σε φίλους που δεν θα τους έχεις για πάντα, τις ώρες που ξόδεψες μπροστά σε οθόνες αντί να βρίσκεσαι με αυτούς που σ’ αγαπούν, τις φορές που δεν σταμάτησες στο δρόμο να να πεις γλυκόλογα σε ένα αδέσποτο κι εκείνες τις φορές που δεν κυλίστηκες μαζί της σε μια παραλία, τις φορές που προτίμησες να αγγίξεις την οθόνη του κινητού αντί για το πρόσωπο του, το χρόνο που ξόδεψες από τη ζωή σου για τον Άδωνη αντί για το κορίτσι σου, τις στιγμές που βιαζόσουν (πάντα βιαζόσουν), τα απογεύματα που δεν σήκωσες το βλέμμα να θαυμάσεις τα χρώματα του ήλιου στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών που από ανοιχτό πορτοκαλί στην αρχή γίνεται κόκκινο, μπορντό, μετά βαθύ βυσσινί, τα χρόνια που έχεις να ανέβεις σε ταράτσες για να δεις την πόλη από ψηλά, τις εκδρομές που ανέβαλες για αργότερα, τα χαρτάκια με τα τηλέφωνα που δεν πήρες, τις τρέλες που δεν έκανες, τα χιλιάδες τι θα πει ο κόσμος που σφηνώθηκαν στον αυχένα, τα όχι που αν ήταν ναι η ζωή σου μπορεί να ήταν αλλιώς. Κι επιβραδύνεις το βήμα και χαμογελάς, και λες μαλάκα πάρ’ το αλλιώς, και αυτή είναι η πρώτη μέρα της καινούργιας σου ζωής.

Μικρά μαθήματα ιδεολογικής μεταστροφής

15 Ιανουαρίου, 2014

Το 2012 η εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» ήταν πρώτη σε πωλήσεις και προωθούσε τη Χρυσή Αυγή με κάθε δυνατό τρόπο. Η ακροδεξιά ρητορική της συγκεκριμένης εφημερίδας, σε συνδυασμό με τα στημένα της ρεπορτάζ που αγιοποιούσαν τη ναζιστική συμμορία ήταν τόσο εμφανή και χοντροκομμένα, που πολλοί θεώρησαν ότι στην πραγματικότητα αποτελεί το γραφείο τύπου της ναζιστικής οργάνωσης. Λίγους μήνες αργότερα μάθαμε το γιατί.

Μερικοί τίτλοι άρθρων εκείνης της εποχής:

«Δεν θα γίνει η Ελλάδα αποθήκη λαθρομεταναστών»

«Οι λαθρομετανάστες αλλοιώνουν τα εθνικά μας χαρακτηριστικά»

«Πώς θα καθάρισε το κέντρο από τους λαθρομετανάστες»

«Τρέξτε να διώξετε τους ξένους πριν μας διώξουν οι Ευρωπαίοι»

«ΠΛΗΓΗ Η ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ: Με δάγκωσε σαν πιτ μπουλ και μου έκοψε το δάχτυλο»

«Έρχονται ακόμα καραβάνια-μεγάλη κοροϊδία τα μέτρα για τους λαθρομετανάστη»

«Γιατί η αγάπη και η ανθρωπιά της Αριστεράς εξαντλούνται πρώτα στους ξένους;»

«Δίνουν χάρη σε ξένους εγκληματίες για να γίνουν Έλληνες»

«Η χρυσή δύση είναι που γεννά χρυσαυγίτες»

«Τους πιάνουν στην Ομόνοια, τους αφήνουν στην Ανάβυσσο: Μαϊμού οι επιχειρήσεις-σκούπα για λαθρομετανάστες»

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Αγαπητέ Αλέξη

10 Ιανουαρίου, 2014

Αγαπητέ Αλέξη,

με εκτίμηση και σεβασμό στο πρόσωπο σου, αποφάσισα να σου γράψω δυο λόγια γιατί νομίζω ότι τελευταία είσαι λίγο μπερδεμένος. Πληροφορήθηκα από τα μέσα ενημέρωσης για την συνάντηση που είχες με τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο για να τον ενημερώσεις για την καμπάνια της υποψηφιότητάς σου για την Προεδρία της Κομισιόν. Καταρχάς συγχαρητήρια και καλή επιτυχία στο δύσκολο αγώνα σου. Διάβασα όμως με έκπληξη τη δήλωση που έκανες μετά τη συνάντηση σου με τον Παναγιώτατο, που κατέληγε ως εξής: «Πιστεύουμε ότι η αλληλεγγύη στον συνάνθρωπο αλλά και η αλλαγή της μεταναστευτικής πολιτικής είναι δύο σημεία στα οποία συμπλέουν οι θέσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς με τις αξίες της ορθόδοξης εκκλησίας». Στην αρχή σκέφτηκα ότι πρόκειται για κάποιο μοντάζ των αντιπάλων σου, σύντομα όμως συνειδητοποίησα ότι το εννοούσες. Αλέξη, δεν ξέρω τι σε οδήγησε σε αυτή τη δήλωση, ίσως να σε πλάνεψε ο συντονιστής της Θεματικής Θρησκευμάτων του κόμματος σου, επέτρεψε με όμως να σου πω ότι κατά τη γνώμη μου δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος για ένα πρόεδρο Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

 

Αλέξη, δεν ξέρω από πού προκύπτει ότι οι θέσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς συμπλέουν με τις αξίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Από όσο γνωρίζω, από τη γέννηση του έθνους μας η εκκλησία πάντα βρισκόταν απέναντι στην Αριστερά, ενώ την αλληλεγγύη στον συνάνθρωπο την αντιλαμβάνεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο που καθόλου δεν συνάδει με τις αξίες της αντίστασης και της αξιοπρέπειας που πρεσβεύει το κόμμα σου. Δεν θα αναφερθώ καν στον πόλεμο της εκκλησίας απέναντι στους αλλόθρησκους μετανάστες, αφού αυτό το γνωρίζουν και τα μικρά παιδιά (ξέχασες, αλήθεια, τους ιεράρχες που τρόμαξαν και “μαύρισε το μάτι τους” όταν βρέθηκαν στην Ομόνοια;) Προσπάθησε μόνο να θυμηθείς ότι τα επτά χρόνια της δικτατορίας, 1967-1974, η Ορθόδοξη Εκκλησία συμπορεύτηκε με τη χούντα, την ώρα που οι αριστεροί αγωνιστές φυλακίζονταν και βασανίζονταν. Σκέψου ακόμα τους φλογερούς λόγους του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου περί δεξιάς του κυρίου τα δέκα χρόνια της διοίκησης του, 1998-2008. Μπορείς να βρεις αμέτρητες αναφορές για όλα αυτά γιατί ευτυχώς στις μέρες μας η διακίνηση των ιδεών είναι ελεύθερη, αν και έχω κάποιες αμφιβολίες για το αν αυτό θα το επέτρεπε η εκκλησία, αν ήταν στο χέρι της.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Σκορπισμένοι

2 Ιανουαρίου, 2014

Το ξημέρωμα μιας ράθυμης Πρωτοχρονιάς μας βρίσκει όλους κολλημένους στο λεωφορείο 732 Άγιος Φανούριος-Ακαδημία-Ζωοδόχου Πηγή. Δηλαδή εμένα, μια ηλικιωμένη κυρία με πλαστικές παντόφλες που όλο βήχει, ένα μελαμψό εργάτη με σκουφάκι του Ολυμπιακού, ένα νεαρό με αθλητική φόρμα και καχύποπτο βλέμμα και δυο χοντρές Ρωσίδες με κατακόκκινα μάγουλα που τρέχουν να μας προλάβουν και μετά λένε ευκαριστώ ευκαριστώ. Με τη μούρη κολλημένη στο τζάμι αποχαιρετώ την Αθήνα, δυο αδέσποτα κοιμούνται κουλουριασμένα σε μια χριστουγεννιάτικη φάτνη, στη στάση Ροσινιόλ φτωχοί άνθρωποι καπνίζουν έξω απ’ τα σπίτια τους, σε κάποιο ισόγειο διαμέρισμα ένα κορίτσι έχει ακουμπήσει το λάπτοπ του στο περβάζι κι έτσι μισοκρεμασμένο έξω απ’ το παράθυρο θυμίζει τη Μοσχολιού στην τελευταία σκηνή από τη Λόλα. Στην πλατεία Αττικής οι επιβάτες κατεβαίνουμε από το λεωφορείο για να προλάβουμε το μετρό και, καθώς διασχίζουμε τις ράγες του τραίνου στην Κωνσταντινουπόλεως, μαζευόμαστε κοντά ο ένας στον άλλο για να μην μας πατήσουν τα αυτοκίνητα που έρχονται βιαστικά κατά πάνω μας. Γινόμαστε ένα φιλήσυχο κοπάδι που κυλάει πάνω στις ράγες αργά και ειρηνικά, σαν προσκοπάκια ή σαν νηπιάκια που τα βγάζει βόλτα η δασκάλα, και, στα ελάχιστα δευτερόλεπτα αυτής μας της συνύπαρξης, διαλύεται προσωρινά η αθέλητη μοναξιά της μεγαλούπολης γιατί για λίγο έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Μόλις όμως περάσουμε τις ράγες, ο καθένας τραβάει για τη δουλειά του και το κοπάδι μας σκορπίζει ξανά σε μικρά κομματάκια μέσα στον απέραντο λαβύρινθο των αθηναϊκών δρόμων. Έχει πια ξημερώσει για τα καλά.

img235

Το κείμενο γράφτηκε για το αφιέρωμα της εφημερίδας Αυγή με τίτλο "Η πρωτοχρονιάτικη μου ιστορία". Η ιδέα ήταν του φίλου Βιβλιοθηκάριου. Συμμετείχαν επίσης: Kizilkum, Ερυθρό Καγκουρώ, Χαμένο Επεισόδιο, Αντιδρασέξ, George Le Nonce, Το καραντί, passionflower, Αναγεννημένη, Μπανάνα, Nefosis και roubinakimΔιαβάστε επίσης: Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία μου” με ιστορίες τωνΤσαλαπετεινός, Ιφιμέδεια, ΠοδηλάτισσαΚυνοκέφαλοιΟ Ήχος του Ανέμου, Το Βυτίο.