Skip to content

The Chania Sessions XXVI: Ελαφονήσι

2 Αυγούστου, 2014

IMG_20130715_224751 (1)

Φίλε Γιώργο, θα σε απογοητεύσω ίσως, αν σου πω ότι δεν χρειάζεται να “δικαιολογείς” τις καρτ-ποστάλ που σου στέλνω. Είναι ειλικρινά και απενοχοποιημένα χαζοχαρούμενες οι καρτ-ποστάλ μου, χωρίς το παραμικρό πολιτικό υπονοούμενο. Αυτό το κέρδισα με πολύ κόπο και με μεγάλο τίμημα και έπειτα από πολύ πολύ καιρό για να μη χρειάζεται να απολογούμαι, ούτε καν στους ανθρώπους που αγαπώ. Το χρέος μου ως πολίτης φίλε Γιώργο το έχω κάνει και με το παραπάνω, έξω από το ίντερνετ, τώρα θα πάω για μπάνιο.

Άκου όμως κάτι πραγματικά σπουδαίο που μου συνέβη τις προάλλες στο κάμπινγκ: ήταν μεσημέρι και χάζευα με τις ώρες ένα επίμονο μυρμήγκι που προσπαθούσε να σκαρφαλώσει σε ένα μεγάλο βράχο δίπλα στη θάλασσα, ενώ οι κεραίες του λικνίζονταν φιλήσυχα μαζί με το ελαφρύ αεράκι του Λιβυκού. Κάθε φορά που το μυρμήγκι πλησίαζε στην κορυφή του βράχου, ο αέρας το έσπρωχνε μακριά από το στόχο του. Αυτό διαρκώς έπεφτε, γκρεμοτσακιζόταν, γύρναγε ανάσκελα με τα ποδαράκια του να αιωρούνται στον αέρα σαν από επιληπτική κρίση, στο τέλος πάλι σηκωνόταν και συνέχιζε ατάραχο την ανάβαση, μέχρι το επόμενο φύσημα του Λιβυκού να το πετάξει ξανά στην άμμο, στραπατσάροντας για ακόμα μία φορά τις προσδοκίες του. Το μυρμήγκι μου αν και εμφανώς καταβεβλημένο από την υπερπροσπάθεια, όχι μόνο δεν το έβαζε κάτω, αλλά σε μια στιγμή μάλιστα άρχισε να κουβαλάει στη ράχη του μια μεγάλη αποξηραμένη φλούδα από μήλο, τουλάχιστον πέντε φορές μεγαλύτερη του, συνεχίζοντας περήφανα την ανάβαση. Πόσες ώρες πέρασα θαυμάζοντας το πείσμα του δεν θυμάμαι, κάποια στιγμή πάντως με πήρε ο ύπνος στη σκιά του βράχου και, όταν άνοιξα ξανά τα μάτια μου, το μυρμήγκι ακόμα συνέχιζε τον αγώνα του να κατακτήσει την κορυφή. Για λίγο σκέφτηκα να το ριμουλκήσω ο ίδιος με το δάχτυλο, θα ήταν όμως αγένεια εκ μέρους μου να παρέμβω έτσι άτσαλα στην παράσταση που μου πρόσφερε έτσι απλόχερα η φύση, άσε που το μικρό μου μυρμηγκάκι μπορεί να είχε διαβάσει Καβάφη και να μου κρατούσε μετά κακία ότι του στερώ το δικαίωμα στην Ιθάκη του. Κάποια στιγμή δρόσισε και βούτηξα στα παγωμένα νερά του νότου.

Υ.Γ.1 Τις τελευταίες μέρες διαβάζω το Τι Ωραίο Πλιάτσικο! του Τζόναθαν Κόου. Θαυμάσιο βιβλίο, είμαι σίγουρος πως το έχεις ήδη διαβάσει και ο ίδιος. Κάπου στο βιβλίο υπάρχει αυτή η πρόταση: “Μια ηλικιωμένη κυρία είχε βγάλει βόλτα το σκύλο της και προσπαθούσε ίσως να τον ακολουθήσει καθώς εκείνος ελιγμοδρομούσε από θάμνο σε θάμνο, με τα νεύρα του να ριγούν τεντωμένα από τη συγκίνηση των μυστικών νυχτερινών ηδονών”. Δεν είναι αλήθεια υπέροχη πρόταση; Μακάρι να μπορούσα να γράφω κι εγώ τόσο καλά όσο ο Τζόναθαν Κόου.

Υ.Γ. 2 Να δώσεις οπωσδήποτε τα φιλιά μου στα παιδιά του Πράσινου Αναπτήρα. Να τους πεις πως τους πεθύμησα και μια μέρα θα ξαναβρεθούμε να σπάσουμε το ρεκόρ μας σε καραφάκια ρακής.

Σε φιλώ, S.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

The Chania Sessions XXV: Σεϊτάν Λιμάνια

24 Ιουλίου, 2014

IMG_20140723_195103

 …

Φίλε Γιώργο, έλαβα την καρτ ποστάλ σου και μου άρεσε πολύ, αν και λυπήθηκα κάπως που δεν θα έρθεις φέτος. Θα ήθελα περισσότερες πληροφορίες για ‘κείνο το κορίτσι που μάλωνε με το αγόρι της στη μέση της Πανεπιστημίου. Νομίζεις ότι ήταν κάτι οριστικό ή μήπως ένας απλός τσακωμός από αυτούς που συνηθίζονται τα καλοκαίρια στις μεγαλουπόλεις και δίνουν λίγο αλατοπίπερο στις σχέσεις; Σου φάνηκε ότι το κορίτσι και το αγόρι τσακώνονται συχνά ή να ήταν άραγε η πρώτη τους φορά; Αυτό μπορείς να το καταλάβεις από τα πρόσωπα, την πρώτη φορά δείχνουν φοβισμένα, τρέμουν στην ιδέα μη χάσουν ο ένας τον άλλο, αργότερα θυμωμένα, κάνουν αγώνα ποιος θα επιβληθεί στον άλλο, στο τέλος είναι ανέκφραστα και απαθή γιατί συνηθίζουν στη βία. Πολλοί άνθρωποι φίλε Γιώργο μπαίνουν σε σχέσεις για να μην είναι μόνοι και μετά είναι περισσότερο μόνοι από πριν, τους αρέσει όμως να τους πλένει κάποιος τα ρούχα τους ή να βλέπουν μαζί τηλεόραση κι έτσι βολεύονται και μετά γίνονται σκληροί με όλο τον κόσμο γιατί μισούν τον εαυτό τους. Μερικές φορές η βία στις σχέσεις είναι χειρότερη από τη βία του πολέμου γιατί τα σωθικά σου είναι μονίμως έξω, εκτεθειμένα και απαρηγόρητα. Σου φάνηκαν έτσι αυτά τα δύο παιδιά; Σε φιλώ, S.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

The Chania Sessions XXIV: Κεδρόδασος

22 Ιουλίου, 2014

IMG_20130715_191726

Φίλε Γιώργο, επειδή μου ζητάς να γράψω κάτι για όσα γίνονται αυτές τις μέρες, σου απαντώ: δεν ξέρω τίποτα. Πάνε μέρες (ή εβδομάδες; ή μήνες;) που ξυπνάω και δεν έχω τίποτα σπουδαίο να κάνω, μόνο φτιάχνω και χαλάω πυργάκια στην άμμο, κουλουριάζομαι δίπλα στα κύματα, μαζεύω ξυλάκια για τη βραδινή φωτιά, μετά ξεκουράζομαι στη σκιά των κέδρων. Μη μου κακιώσεις, σε παρακαλώ, που δεν ξέρω τι γίνεται εκεί έξω, έκλεισα το έξυπνο κινητό που αντί για “κέδρος” έγραφε “κέρδος” και μαζί του χάθηκε κάθε πιθανότητα να αλλάξω τον κόσμο. Μετά δεν είχα τίποτα σπουδαίο να κάνω, χάζευα για ώρες ένα μικρό μυρμηγκάκι, έπαιξα με ένα κάβουρα (του έδινα ένα μικρό ξυλάκι από καλάμι κι αυτός το έπιανε με τις μεγάλες του δαγκάνες), μετά ήρθε ένα εξαιρετικά περίεργο κόλλεϋ που έχωνε τη μουσούδα του στις υποθέσεις μου και κυλιστήκαμε μαζί στην άμμο. Κάπως έτσι κυλάει ο καιρός, Γιώργο, δεν κάνω τίποτα σπουδαίο, τεμπελιάζω και αναρωτιέμαι μήπως τελικά είμαστε γι’ αυτά φτιαγμένοι, για να χαλάμε πυργάκια, να παίζουμε με κάβουρες και να κοιμόμαστε κάτω από κέδρους. Σε φιλώ και σε περιμένω να έρθεις να παίξουμε μαζί στην άμμο.

Ανάγνωση του υπολοίπου…

μιλάω για έρωτα

29 Ιουνίου, 2014

Είναι άνοιξη και από τον κήπο με τις λεμονιές ακούω την εκπομπή του Παναγιώτη, παίζει το Ερηνούλα μου, μυρίζει ο τόπος λεμονανθούς, είναι η πρώτη φορά που ακούω το Radiobubble, ρωτάω ποιοι είναι όλοι αυτοί, μαθαίνω, θέλω να γίνουμε φίλοι, εύκολο, είμαστε ήδη φίλοι, απλά δεν το γνωρίζουμε ακόμα.

Είναι η πρώτη μου μέρα στην Αθήνα, είναι καλοκαίρι και είμαι ευτυχισμένος, πηγαίνω στο Radiobubble, γύρω μου τόσα αγαπημένα πρόσωπα και μερικοί ακόμα που τους βλέπω πρώτη φορά, όμως ξέρουμε ο ένας τον άλλο τόσο καλά, ζούμε σε άλλους κόσμους κι όμως είμαστε μαζί, μαζί τους επικοινωνώ περισσότερο, στην αρχή ντρέπομαι, συστήνομαι δειλά, έχω κοκκινίσει λίγο όμως είναι βράδυ και δεν το βλέπουν. Εγώ δεν μιλάω για φίλους, μιλάω για έρωτα.

Είναι μεσημέρι του Απρίλη και όλα είναι χάλια, πίνουμε μπύρες, ανεβαίνουμε στο πατάρι, κάνουμε εκπομπή για τον έρωτα, παίζουμε Μοσχολιού εναλλάξ με P.J., οι μπύρες γρήγορα γίνονται ρακές, μια μέρα όλα θα περάσουν, με φίλους και μπύρες και ρακές δεν γίνεται να μην περάσουν.

Είναι καλοκαίρι και κουβαλάω μαζί μου το Μπαχάρ, οι σελίδες γεμίζουν κόκκους απ’ τις παραλίες του Λιβυκού, το κουβαλάω με καμάρι σαν το πιο πολύτιμο πράγμα του κόσμου, είναι το πιο πολύτιμο πράγμα του κόσμου και θα παραμείνει, κι αν βέβαια τα πράγματα ήρθαν αλλιώς, πάντα, πάντα εκεί έξω θα υπάρχουν μερικοί συνωμότες που θα ξέρουν τι σημαίνει «Τζόνι σε ψηλό», «ομορφοβία» και «Λένα μου σεβντά μου». Και που κάθε φορά που θα περνούν από το Πέραμα θα σηκώνουν το βλέμμα και θα αναζητούν αγγέλους κρεμασμένους από γερανούς. Εγώ δεν μιλάω για ένα έντυπο, μιλάω για έρωτα.

Είναι φθινόπωρο και έχουν σκοτώσει τον Παύλο Φύσσα, ακούω την ηχογράφηση του κειμένου που γράψαμε μαζί με την Ελένη, συγκλονίζομαι, κάνω βόλτες στη γειτονιά και καπνίζω, δεν μπορώ να συνέλθω, είμαστε όλοι μαζί, πονάμε για το φασισμό όλοι μαζί, στο τέλος θα τον τσακίσουμε, όλοι μαζί.

Είναι χειμώνας και κάνουμε εκπομπή για τον Αγγελόπουλο, μέρες τώρα ετοιμαζόμουνα, όλα πάνε στραβά, έχω μεθύσει και χάνω τα λόγια μου, δεν πειράζει όμως γιατί κάτω απ’ το πατάρι μόλις γνώρισα δυο υπέροχα παιδιά, την Άρτεμη και τον Κώστα. Έχει νυχτώσει πια για τα καλά και ο καλός μου ο Κοντραμπάντο μας απαγγέλλει τον Τελευταίο Σταθμό του Σεφέρη με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι, το αδειάζει γρήγορα, το ξαναγεμίζει, τον ακολουθούμε όλοι μαγεμένοι σαν μελισσάκια τη βασίλισσα μέλισσα, ο Κοντραμπάντο είναι ο πιο υπέροχος άνθρωπος στον κόσμο, ο Κοντραμπάντο είναι ο δάσκαλος που ποτέ δεν είχαμε, ο Κοντραμπάντο είναι τόσο πολύ αδύνατος που θέλω να τον αγκαλιάσω.

889-pola

Είναι απόκριες και χορεύουμε Πωλίνα με ανθρώπους που την επόμενη μέρα θα συναντήσουμε σε κάποια διαδήλωση. Είναι πάλι άνοιξη και ακούω την εκπομπή με τον Μπακιρτζή, ακούω την εκπομπή με την Ματούλα, και δεν είμαι εκεί, νευριάζω που δεν είμαι εκεί, εκεί είναι οι φίλοι μου, μια μέρα θα πάω κι εγώ, μόνιμα, θα με περιμένουν στην Ιπποκράτους να πιούμε μαζί όλες τις μπύρες του κόσμου.

Είναι η τελευταία μου μέρα στην Αθήνα και είμαι σκατά, δεν ξέρω που να πάω, πάω στο Radiobubble, είμαι κομμάτια, η Καλλιόπη μου λέει άσχετα για να κρατάει το μυαλό μου απασχολημένο, πρώτη φορά μαθαίνω για τη ραδιοφούσκα στο διάστημα. Η ραδιοφούσκα είναι το μέρος που πηγαίνουν οι φωνές όταν φεύγουν απ’ τη γη, το Radiobubble είναι το μέρος που πηγαίνουν οι άνθρωποι που πατούν γερά στη γη. Εγώ δεν μιλάω για ραδιόφωνο, μιλάω για έρωτα.

Και κάπως έτσι πέρασαν οι μήνες, τα χρόνια, με πολλές αγκαλιές και πολλή αγάπη, με μερικούς υπέροχους τρελούς που κάποτε ερωτεύτηκαν κι έγραψαν ιστορία, στην πορεία κάποιοι έφυγαν, κάποιοι ψωνίστηκαν, κάποιοι ξεπουλήθηκαν, κάποιοι έφτιαξαν άλλους κόσμους μαγικούς, παράλληλους ή ομόκεντρους, κάποιοι χάθηκαν για πάντα, κάποιοι συνέχισαν να το παλεύουν, με κάποιους ακόμα το παλεύουμε μαζί.

Αυτά περίπου είναι για ‘μένα το Radiobubble, οι άνθρωποι που ερωτεύτηκα, άνθρωποι που η ζωή μας έφερε κοντά, μετά μας πήρε μακριά και μια μέρα ίσως μας ξαναφέρει κοντά. Οι άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν σε ψευδώνυμα όπως ένας όμορφος που είχα παλιά μπαινόβγαινε σε θάλασσες του Λιβυκού, γαλάζιες.

Μια μέρα θα ξανασυναντηθούμε. Θα είμαστε και πάλι όλοι μαζί, χωρίς στρατόπεδα, παρατάξεις, φράγκα, περιουσίες, αυτοματισμούς. Μια μέρα θα ξαναερωτευτούμε, όπως την πρώτη φορά. Και τότε θα τους ξανακάνουμε σαμποτάζ!

Κείμενο όχι αποχαιρετιστήριο για ένα όχι ραδιόφωνο στην Ιπποκράτους 146. Ας ερωτευθούμε κι αλλού.

and the living is easy

26 Ιουνίου, 2014

Και σκέψου λέει να ξυπνήσουμε μια μέρα και να μην υπάρχουν φράγκα, δάνεια, λογαριασμοί, προθεσμιακές, προθεσμίες, βαρετά γραφεία και μίζερα αφεντικά, μισθωτή σκλαβιά, τάξεις, μεροκάματα, ρουφιάνοι, ιδιοκτησία, να κάνουμε κοπάνα σε μια παραλία με αλμυρίκια ή σε μια ταράτσα στο κέντρο της πόλης, να ακούμε μόνο Oasis και Bjork και Pearl Jam, όπως παλιά, θα φοράμε πουκάμισα με ανανάδες και τζην με ρεβέρ ή χρωματιστά κοτλέ, θα είμαστε σαν δυο σταγόνες νερό, θα είμαστε και πάλι δεκαεννιά, θα ζούμε ξανά τους παιδικούς μας έρωτες και όλα θα είναι ανέμελα, θα πίνουμε τζόνι σε ψηλό (Tom Collins δηλαδή, θα διορθώνει ο Κ αλλά που να του εξηγούμε τώρα), θα ζούμε μόνο από το ένα καλοκαίρι στο επόμενο, μπροστά μας θα περιμένουν γαλαζοπράσινες θάλασσες, λιβάδια με μαργαρίτες, παιδικοί κήποι με λάστιχα και μπουγελόφατσες, μουσική και φιλιά κάτω απ’ τον ήλιο, οι φίλοι μας θα κλαίνε στα μπαρ, τα δάκρυα τους θα ανακατεύονται με τα παγάκια του τζιν τόνικ, θα αγκαλιαζόμαστε όλοι μαζί στη μέση του δρόμου και θα λέμε τώρα τα ξεχνάμε όλα γιατί είναι καλοκαίρι και είναι διαταγή, γιατί είναι καλοκαίρι και η ζωή είναι εύκολη, είναι καλοκαίρι και τέρμα οι σκοτούρες, τώρα μόνο φιγούρες και ό,τι έγινε έγινε, ό,τι χάσαμε χάσαμε, ό,τι κερδίσαμε το κερδίσαμε για πάντα, ό,τι αγαπήσαμε είναι δικό μας για πάντα, χαρήκαμε και ήττες και θριάμβους, και αγάπες και χωρισμούς, και βέβαια πολλές πολλές αγκαλιές και πάλι καλά να λες, μόνο σώπα λίγο γιατί το καλοκαίρι θέλει χάδια και αλμύρα και μεγαλειώδεις συμβιβασμούς, μεγαλειώδεις υποχωρήσεις, παραιτήσεις, σώπα γιατί είναι καλοκαίρι και περπατάμε σαν τον Richard Ashcroft, τραγουδάμε σαν τον Αργύρη Μπακιρτζή και χτυπάμε νευρικά το χέρι στην πόρτα ενός αυτοκινήτου που τρέχει στην εθνική με άγνωστη κατεύθυνση, σε λίγο θα δούμε και τους Portishead, τον Σεπτέμβρη θα ξαναπάμε για χορό στο Decadence, σε λίγο θα μεγαλώσουμε και όλα θα είναι αλλιώς, θα ‘ρθουν χρόνια μακριά απ’ την μπατσοχώρα, δεν θα ‘μαστε άλλο ατυχήματα που περιμένουν να συμβούν, δεν θα ‘μαστε για πάντα βολικά υπάκουοι, με λίγη τύχη το κτήνος θα το πιάσουμε στον ύπνο πριν ξυπνήσει, μια μέρα θα πεθάνει ο φασισμός.

.

Ο γάμος της καλύτερης μου φίλης

6 Ιουνίου, 2014

Αν πρέπει να είμαι εντελώς ακριβής, γνωριστήκαμε τη νύχτα που έπαιζαν στο νησί τα Αρνάκια, εσύ χόρευες δίπλα μου κι ο κόσμος θα γινόταν οπωσδήποτε δικός μας, φορούσαμε μόνο μαύρα, μαζεύαμε βινύλια και ποτέ δεν μας πείραζαν οι ξεθυμασμένες μπύρες, τεχνικά μιλώντας ωστόσο, η καλύτερη μου φίλη έγινες κατά λάθος το βράδυ που σκίσαμε τα βιβλία των λατινικών, (μετράς; μετράω. είκοσι χρόνια ρε!), η φιλία  μας όμως καθόλου κατά λάθος δεν ήταν, διανύσαμε πολύ δρόμο ως εδώ-ποιος το φανταζόταν τότε, φρίκες στο φροντιστήριο, κοπάνες στο σχολείο, συνθήματα με σπρέι στους τοίχους της πόλης, καλοκαίρι του ’96 μας την έπεσαν πρώτη φορά οι αλήτες, απόκριες του ’97 δεύτερη φορά στο κρατητήριο, κλεμμένα μπουκάλια και σπασμένα τζάμια, τι πάω και θυμάμαι τώρα, αργότερα μου ‘στελνες γράμματα με μικρά κοχυλάκια που έχουν σπάσει πια μέσα στους φακέλους τόσα χρόνια πήγαινε έλα, σπάσαμε κι εμείς μα ξανακολλήσαμε, και σου ‘βάζα τις φωνές που σου άρεσαν όλα τα μελαγχολικά όμως πιο πολύ τις έβαζα σε μένα, και σου ‘δινα υποσχέσεις ότι μια μέρα όλα θα ‘ναι αλλιώς και θα σε πάρω να φύγουμε μακριά να ζήσουμε εκστατικά ευτυχισμένοι, την υπόσχεση μου βέβαια δεν την κράτησα, να όμως που σήμερα είμαστε και οι δύο εκστατικά ευτυχισμένοι, πόσα δέματα με τάπερ κουβαλήσαμε χιλιάδες φορές στην ίδια γραμμή Πειραιάς-Νέος Κόσμος-Σταθμός Λαρίσης-Θεσσαλονίκη και ο νέος κόσμος έμενε βασανιστικά παλιός, ήταν βλέπεις εφηβεία και το τώρα δεν ήταν σύντομα, πόσα τραίνα πήραμε πόσους καρβουνιάρηδες για να ανακαλύψουμε πως όλα όσα χρειαζόμασταν ήταν στο διπλανό βαγόνι, πόσα τηλέφωνα απελπισμένα: πόσο σύντομα είναι το τώρα, πες μου πες μου πόσο σύντομα είναι το γαμημένο το τώρα ρε, φωτογραφίες ξεθωριασμένες απ’ το χρόνο, ξαπλωμένοι σε κορμούς δέντρων σε κάποιο δάσος της Γερμανίας, με ένα μπουκάλι ούζο στο χέρι κι έναν αδέσποτο παρέα στην παραλία της Θεσσαλονίκης, πολυκατοικίες κρύες σαν νεκροτομεία και σκάλες ατέλειωτες χωρίς ασανσέρ, χημικά στις πορείες για τη Γιουγκοσλαβία, πέτρες και μπουκάλια στα ματ, το σήμα της νίκης σε ευρωπαϊκές λεωφόρους, δίπλα μου σε όλες τις καθιστικές διαμαρτυρίες κι ο ουρανός να βρέχει κι ας μη θυμάμαι πια για ποιο λόγο διαμαρτυρόμασταν, εμείς πάντα θα φωνάζουμε για το άδικο, σου έλεγα, σε κάποιο τραίνο με άγνωστο προορισμό, σε ‘κείνο το νησί που ένα καλοκαίρι πριν χιλιάδες χρόνια σε τσίμπησε ο πελεκάνος κι εγώ σε έβγαζα φωτογραφίες με την παλιά μου πολαρόιντ, στο άλλο νησί που τσακωθήκαμε για ένα κουτί φυστικοβούτυρο, από τότε δεν βρήκαμε καλύτερο λόγο να τσακωθούμε, οι δυο μας παντού και πάντα μαζί, με μακριά μαλλιά, μετά με κοντά και μετά ξανά με μακριά, με γκόμενους και γκόμενες που δεν θυμόμαστε πια τα ονόματα τους, οι φωτογραφίες κιτρίνισαν λιγάκι, κιτρινίσαμε κι εμείς μέσα στις φωτογραφίες, μα έξω απ’ τις φωτογραφίες θα μείνουμε για πάντα φωτεινοί και πολύχρωμοι, (εμείς είμαστε οι καλύτεροι ρε!), ζόρικες φάσεις κι άγρια εφηβεία, γλυτώσαμε, πέφταμε σε τοίχους, πέφταμε από μηχανάκια, γλυτώσαμε, ήπιαμε όλα τα ποτά του κόσμου, πήραμε τα καλύτερα ναρκωτικά και φάγαμε τα μούτρα μας χιλιάδες φορές σε τροχαία και σε έρωτες, γλυτώσαμε ξανά, στα πάρτι χορεύαμε οι δυο μας τον σκύλο το βαγγέλη στο κολωνάκι, μετά διαβάζαμε Καρυωτάκη και θέλαμε να πεθάνουμε, τις μονές μέρες εσύ τις ζυγές εγώ για να είμαστε σίγουροι ότι πάντα θα υπάρχει δίπλα κάποιος να μας αναζητήσει στο λόφο πάνω από τα κύματα, κι όλο σου ‘λεγα κάνε υπομονή και μια μέρα θα τα καταφέρουμε να πεθάνουμε, θα είμαστε ακόμα νέοι και με στυλ, πάλι δεν κράτησα την υπόσχεση μου, μετά από ιδανικοί αυτόχειρες γίναμε ιδανικοί εραστές, οι σχέσεις περνούσαν μαζί με τα τηλέφωνα από συναυλίες, είμαι στους Sonic Youth και χώρισα, η ζωή είναι σκατά ρε, που και που τηλέφωνα μέσα στη νύχτα, ήρθε ο χειμώνας κατέβασα τα μάλλινα, η ζωή είναι γαμάτη ρε, έλα να με πάρεις από το σταθμό κι αν χιονίζει θα χορεύουμε στην Εγνατία σε στυλ αμερικάνικου μιούζικαλ, και θα πιούμε παρέα όλα τα τσίπουρα του κόσμου και θα ταξιδέψουμε παντού, και θα στέλνουμε μεθυσμένες καρτ ποστάλ απ’ το Παρίσι και θα είμαστε για πάντα νέοι και ωραίοι, μετά εσύ θα φύγεις για Γερμανία κι εγώ στην Αγγλία πάλι δεν θα βρίσκω αυτό που ψάχνω, ευκαιρία για μερικά ποτά ακόμη, θα λέμε σιγά έτσι κι αλλιώς εμείς θα παντρευτούμε μεταξύ μας, μόνοι δεν θα μείνουμε, μπορεί κάποτε να ξαναπονέσουμε, μετά θα ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια, στο τέλος πάντα θα έχει πολλή μουσική αφού μόνο έτσι ξέρουμε να ζούμε εμείς οι δύο, γιατί αυτό έμαθε ο ένας στον άλλο τα τελευταία είκοσι χρόνια που είσαι η καλύτερη μου φίλη. Και τώρα είμαι έτοιμος να πατήσω το κουμπί της δημοσίευσης και να ανέβω στον πάνω όροφο του δημαρχείου να υπογράψω τα χαρτιά κι ούτε ένα κουστούμι της προκοπής δεν έχω, αλλά κι εσύ με τα σταράκια σου θα είσαι όπως πάντα, και πάλι υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα κλάψω αλλά πότε κράτησα εγώ τις υποσχέσεις μου για να την κρατήσω και τώρα;

.

Girls and Boys

3 Ιουνίου, 2014

Το τέλος κάθε σχέσης σηματοδοτεί και μια μετωπική σύγκρουση με την πραγματικότητα. Είναι σαν ένα μαύρο κουτί που το ανοίγεις αργά, βγάζεις τον σύρτη, κολλάς το μάτι στη σχισμή, και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι, όσο εσύ χοροπηδούσες σε πουπουλένια σύννεφα με ενισχυμένο δίχτυ ασφαλείας, η εποχή σου έκλεινε ένα οριστικό κύκλο στο θέμα των ανθρώπινων σχέσεων. Μετά έρχονται οι φίλοι σου από το Λονδίνο, με το δάχτυλο σηκωμένο στον αέρα και ύφος διδακτικό σου λένε πως οι σχέσεις όπως τις ήξερες είναι πια ξεπερασμένες, οι φίλοι από το Άμστερνταμ το επιβεβαιώνουν τηλεφωνικά, η νέα μόδα στην Ευρώπη είναι η σχέση με τρεις, αγόρια που αγαπούν δυο κορίτσια, κορίτσια που αγαπούν δυο αγόρια, αγόρια που αγαπούν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, κορίτσια που αγαπούν ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, αγόρια που αγαπούν δυο αγόρια, κορίτσια που αγαπούν δυο κορίτσια, αγάπη να υπάρχει κι όλα είναι πιθανά, always should be someone you really love. Στο μεταξύ η φίλη μου η Τ. αγαπάει το κορίτσι της μέσα από το σκάιπ, περνάνε τη μέρα τους μαζί, πάνε εκδρομές μαζί παρέα με τα τάμπλετ τους, κάνουν έρωτα και κοιμούνται η μία δίπλα στην άλλη με οθόνες κολλημένες, δάχτυλα κολλημένα σε οθόνες. Du bist sehr schon, Du bist sehr schon. Κάποιοι ακόμα φίλοι μου έχουν σχέσεις από απόσταση με ανθρώπους που δεν έχουν γνωρίσει ποτέ από κοντά, κάποιον φοιτητή Paul από το Βερολίνο, κάποια ακαδημαϊκό Shara από τη Νέα Υόρκη, κάποιον John που ζει με κάποια Michelle σε μια φάρμα στη Σκωτία και αγαπούν κάποιον Παναγιώτη από το Ηράκλειο, ξυπνούν όλοι μαζί, παίρνουν το πρωινό τους μαζί σε διάφορα απλικέσιονς, τα βράδια ποτέ δεν φλερτάρουν στα μπαρς με άλλους ανθρώπους γιατί δεν θα ήταν έντιμο απέναντι στον ηλεκτρονικό τους έρωτα. Ξαφνικά το Sex and The City μοιάζει να έρχεται από τα βάθη του προηγούμενου αιώνα κι όλα μπερδεύονται γλυκά και παλαβά στο μαγικό χωροχρόνο των σόσιαλ μήντια. Μιλάω με το φίλο μου τον Μ. από το Δουβλίνο που τα έχει με ένα αγόρι από το Σικάγο και με ένα κορίτσι από το Πόρτο, μιλάμε για σχέσεις, μιλάμε για τις σχέσεις μας, εγώ με ύφος Carrie Bradshaw της ελληνικής επαρχίας προσπαθώ να καταλάβω αν αυτή είναι η εποχή των τεράτων ή η εποχή των θαυμάτων, I couldn’t help but wonder πότε οι ανθρώπινες σχέσεις έγιναν τόσο περίπλοκες κι αν αυτό είναι μια νέα αφετηρία ή το οριστικό σημείο μηδέν. Ο φίλος μου στο σκάιπ τα έχει τακτοποιήσει αυτά τα θέματα εδώ και καιρό, όλα καλά, μου λέει, αφού στο τέλος όλοι μας, είτε από κοντά είτε από μακριά, είτε με δυο είτε με τρεις, στην κανονική ζωή ή στην εικονική πραγματικότητα, έτσι κι αλλιώς θα πληγωθούμε. Κι αυτό είναι το ζητούμενο.

 

σκουριές

25 Μαΐου, 2014

Μερικές φορές σκέφτομαι πως ο κόσμος είναι γεμάτος βολεμένους εγωπαθείς μαλάκες. Ο Πειραιάς, ας πούμε, είναι γεμάτος εγωπαθείς μαλάκες που ελπίζουν να τη βολέψουν. Μερικές φορές η απελπισία για όσα συμβαίνουν γύρω μου με πνίγει. Όμως μετά βλέπω αυτό το βίντεο και πάντα κλαίω και χαμογελώ.

 

***

Τη χρονιά που μας πέρασε γνώρισα κάποια παιδιά από τις Σκουριές. Μίλαγαν με ένα τρόπο τόσο ποιητικό, όπως μόνο όσοι έχουν ζήσει κοντά στη φύση ξέρουν, και τότε τα κατάλαβα όλα, πως ό,τι και να γίνει στο τέλος δεν μπορεί παρά να νικήσει το καλό. 

 ***

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Οι άνθρωποι της χούντας μετά τη δικτατορία

21 Απριλίου, 2014

οπισθόφυλλο

Η αντιμετώπιση των χουντικών, από τις κυβερνήσεις που ανέλαβαν μετά τη μεταπολίτευση, ήρθε σε αντίθεση με τις προσδοκίες της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού και το «περί δικαίου» αίσθημα των δημοκρατικών πολιτών. Για το τι απέγιναν τα πρωτοπαλίκαρα της χούντας διαβάστε εδώ.  Ο δημοσιογράφος Γιώργης Θ. Κρεμμυδάς στο βιβλίο του «Oι άνθρωποι της χούντας μετά τη Δικτατορία» (Εκδόσεις Εξάντας, 1984), πέρα από τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας, αναφέρει και κάποια μικρότερα, όχι όμως λιγότερο ενδιαφέροντα, από το περιθώριο της ιστορίας. Συγκέντρωσα κάποια από αυτά, αξίζει όμως να διαβάσει κανείς ολόκληρο το βιβλίο (ελεύθερο για κατέβασμα εδώ).

***

Ανάγνωση του υπολοίπου…

Δεν είμαι άβαταρ

16 Απριλίου, 2014

IMG_20140412_155339

Φέρθηκα άγρια στην άνοιξή μου και έσπασε και σκορπίστηκε…

Από τότε, πρέπει να παραφυλάω για κάθε περαστικό θραύσμα…

Εγώ δεν ήμουν πεταλούδα, ούτε συλλέκτης. Ερωτευόμουν “ψυχές”.

Έτσι έμαθα να τις ξεχωρίζω.

-Αρλέτα

Την άνοιξη κάνω μεγάλες βόλτες στην παραλία. Δεν είμαι άβαταρ. Μια μέρα ήθελα να γυρίσω σπίτι. Δεν είμαι άβαταρ. Πηγαίνω στη δουλειά. Γυρνάω απ’ τη δουλειά. Πηγαίνω στη δουλειά. Γυρνάω απ’ τη δουλειά. Με ρομποτικές κινήσεις διασχίζω την καθημερινότητα χωρίς ανάσα. Δεν είμαι άβαταρ. Γράφω για να κοροϊδέψω το χρόνο, δεν είμαι άβαταρ. Μερικές φορές νιώθω σαν σκύλος χτυπημένος στην άκρη του δρόμου. Μερικές φορές το κρεβάτι μου μοιάζει με σχεδία ναυαγού στη μέση του ωκεανού. Τις περισσότερες φορές η ζωή είναι ωραία. Τις πιο πολλές μέρες γελάω με την καρδιά μου. Δεν είμαι άβαταρ, κι αυτή είναι η ιστορία μου: Αρρώστησα από έρωτα. Εγώ ο περήφανος ταπεινώθηκα ως το κόκαλο. Έπρεπε να δραπετεύσω από τη Θεμιστοκλέους και δεν μπορούσα, έσερνα τα βήματα στην Ακαδημίας, μπουσουλώντας έφτασα ως τη Σταδίου. Έπρεπε μόνο να καταφέρω να φτάσω στο αεροδρόμιο, μετά θα ήταν καλά. Μόνο να πάω σπίτι, άλλο αίτημα δεν είχα. Όμως η διαδρομή Εξάρχεια-Σύνταγμα ήταν σωστός Γολγοθάς με τσιμεντόλιθους για πόδια και μια πολυκατοικία στην πλάτη, σκυφτός με τη μύτη ως τις φτέρνες. Πέρασα δίπλα από τα συντρίμμια μιας τρομοκρατικής έκρηξης, μα τα δικά μου συντρίμμια ήταν περισσότερα. Δεν ήμουν άβαταρ. Έφτασα στο αεροδρόμιο, με μάζεψαν οι φίλοι. Μου έδωσαν καθαρά ρούχα, μου έφτιαξαν φαγητό και τα σωστά ποτά. Οι φίλοι μου. Οι υπέροχοι, οι καλοσυνάτοι, οι γενναιόκαρδοι φίλοι μου. Τώρα ζω κοντά στη θάλασσα. Μαζεύω ανεμώνες απ’ τις πλαγιές, τις βάζω σε μικρά γυάλινα ποτήρια δίπλα στο παράθυρο, τα απογεύματα μελαγχολώ στη θέα των καραβιών στο ανοιχτό πέλαγος, δεν είμαι άβαταρ. Μακριά από την πόλη, στην ησυχία του χωριού που βρήκα καταφύγιο όλα είναι ήσυχα. Μαθαίνω τα πάντα από την αρχή, μαζεύω χόρτα για το μεσημεριανό μας, συναντώ περίεργα ζωάκια, σκαντζόχοιρους, αλεπούδες, χελιδόνια και ασβούς, οξύνθηκαν οι αισθήσεις μου, βρίσκω τη γεύση μου, μαθαίνω να ακούω τα έντομα, να ξεχωρίζω τα χρώματα, να αφήνομαι σε αγγίγματα. Στις πέντε το πρωί ο ουρανός είναι καθαρός, τα κρινάκια του κήπου δεν έχουν ανοίξει ακόμα και η καταιγίδα έχει σταματήσει. Εγώ δεν είμαι πια άβαταρ.