Μετάβαση στο περιεχόμενο

The Luxembourg Sessions

10 Μαρτίου, 2020

– Δεν θέλω να πάω στο σπίτι μου κι ούτε μ’ αρέσει να κάθομαι δίπλα στη φωτιά. Όταν βρίσκομαι μέσα, δεν έχω τι να κάνω κι ούτ’ έχω όρεξη να πέφτω για ύπνο, είπα: μ’ αρέσει να στέκομαι όπως τώρα ολομόναχος στο σκοτάδι χωρίς να κάνω τίποτα.

«…Κι αυτό έκανα. Γιατί πάντοτε περπατούσα ολομόναχος τις νύχτες και την έστηνα στις γωνίες. Μ’ άρεσε να τριγυρνώ στην πόλη μετά τα μεσάνυχτα μες στην υγρασία, όταν οι δρόμοι ήταν έρημοι και στα παράθυρα είχανε σβήσει τα φώτα· τελείως μόνος αλλά ζωντανός, επάνω απ’ τις γυαλιστερές γραμμές των τραμ στη νεκρωμένη κι άδεια Χάι Στρητ, κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, με μια θλίψη απέραντη μέσα απ’ τους υγρούς δρόμους, εκεί κοντά στο στοιχειωμένο Εμπενέζερ Τσάπελ. Και τότε ήταν που ένιωσα όσο ποτέ άλλοτε να είμαι κι εγώ κομμάτι κάποιου κόσμου μακρινού και τόσο καταπιεσμένου, που πλημμύριζα από αγάπη, περηφάνια, ταπεινοφροσύνη και υπέφερα, όχι για τον εαυτό μου, μα για κάθε ζωντανό πλάσμα πάνω στη γη που το συμπονούσα όπως και κάθε τι που δεν αισθανόταν, εκεί ψηλά στο χάος στους αστερισμούς: τον Άρη, την Αφροδίτη, τον Μπράζιλ τον Σκάλλυ και τους ανθρώπους από την Κίνα ως το Σαίντ Τόμας· όμως αδιαφορούσα για τα κορίτσια- που ήταν πρόθυμα για όλα- μα και για τους φαντάρους, τους κουτσαβάκηδες, τους χωροφύλακες, τους καχύποπτους «νταβατζήδες» που κάνανε τράμπα τα τεφτέρια των στοιχημάτων, τις πρόστυχες ξεφτιλισμένες γυναίκες που μοστράριζαν ακουμπισμένες στον τοίχο του Μουσείου, μόνο…για ένα φλιτζάνι τσάι, αλλά και τις άψογες, τις απλησίαστες γυναίκες (στα φιγουρίνια μόδας- τρία μέτρα μπόι) που κολυμπούσαν νωχελικά με τις ατσάκιστες κι αστραφτερές «δημιουργίες…» ανάμεσα από ατσάλι, γυαλί και βελούδο.

Άλλοτε ακουμπούσα στον τοίχο ενός εγκαταλειμένου και ετοιμόρροπου σπιτιού σε κάποια γειτονιά ή με την ψυχή στα δόντια περιπλανιόμουνα ανάμεσα από τ’ άδεια δωμάτιά του, στεκόμουν ακίνητος πάνω στις σκάλες ή κοιτούσα απ’ τα σαραβαλιασμένα παράθυρα, στη θάλασσα, στο κενό και τα φώτα που σβήνανε ένα ένα στις λεωφόρους. Μπορεί όμως και να τριγυρνούσα βαριεστημένος σε κάποιο μισόχτιστο σπίτι, με τον ουρανό κολλημένο στη σκεπή, τις γάτες γαντζωμένες στις σκάλες και τον αέρα να σαλεύει στις κρεβατοκάμαρες, ανάμεσα απ’ τα γυμνά σα κόκαλα ντουβάρια.»

– Για πες μου τώρα κι εσύ, τον ρώτησα, γιατί δεν είσαι στο σπίτι σου;

– Δεν μ’ αρέσει το σπίτι μου…

Dylan Marlais Thomas, Portrait of the artist as a young dog

μτφ. Δενδρινού Βένια, εκδ. Πρόσπερος, 1980

No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: