Μετάβαση στο περιεχόμενο

The Nisyros Sessions I

5 Σεπτεμβρίου, 2019

Ο Μπέιζελ διασχίζει το κατώφλι του σπιτιού του σκεπτικός, τον απασχολούν οι σκουριασμένοι μεντεσέδες που τρίζουν σε κάθε άνοιγμα της εξώπορτας, τα πεσμένα φύλλα που έχουν φράξει τις υδρορροές και το σπίτι που θέλει δυο χέρια βάψιμο, κι είναι μήνες τώρα που στοιβάζονται οι μικροδουλειές, τις αφήνει να αβγατίσουν να μη χωρούν άλλη καθυστέρηση κι αναβολή, να τον τραβήξουν από τον λήθαργο της στωικότητας, μια μέρα ακόμη, άλλη μια μέρα, λίγο ακόμη, κι ανασηκώνει το βλέμμα και συναντούν τα μάτια του την εύλογη απορία της Λητώς, γιατί είναι χαμένος σε σκέψεις αλλεπάλληλες που παραμορφώνουν το πρόσωπό του, κι είναι πρώτη φορά που αισθάνεται πως δεν μπορεί να κρυφτεί από τίποτα κι από κανέναν, ούτε να κρύψει την αποστροφή του για τον άνθρωπο που πήρε και έγινε σιγά σιγά, πού πήγαν τα χρόνια και τα όνειρά του, ποιος και γιατί του στέρησε την ξεγνοιασιά, και ποιο είναι το ψηλό ξανθό κορίτσι, που τόσο δεν του μοιάζει και τον αποκαλεί μπαμπά, ούτε εκεί τα κατάφερε, να δώσει ζωή από τη ζωή του, να φυτρώσει ο σπόρος που έραινε σεντόνια και προφυλακτικά, και η αποτυχία τον κατακλύζει σαν δεύτερο ρούχο, μεσοφόρι που τον σφίγγει και του υπενθυμίζει τα περιττά του κιλά που του έχουν γίνει σωσίβιο φορετό και τάχα τον γλυτώνουν από φουρτούνες και φουσκοθαλασσιές, κι ο Μπέιζελ που το κολύμπι τ’ αγαπούσε από παιδί, ιδίως το ύπτιο, θυμάται τον πατέρα του να του μαθαίνει να επιπλέει στο θαλασσινό νερό το καλοκαίρι του ’46 στο Τάμπας της Φλόριντα και να του μιλά για πρώτη και στερνή φορά για το χαροκαμένο νησί με τις σταχτιές πέτρες και τα λευκά διάσπαρτα σπίτια, το κοιμώμενο ενεργό ηφαίστειο που κοχλάζει τα βράδια, και το χωριό τους πάνω στη ράχη του ηλιοβασιλέματος στο Εμπορειό, και σαν πήραν τον δρόμο της επιστροφής με το νοικιασμένο Σεντάν στον αυτοκινητόδρομο Ι-95, ο Αντώνης δεν είπε ούτε άρθρωσε κουβέντα, γιατί ένα πένθος βαρύ του σφράγισε το στόμα, και σ’ όλη τη διαδρομή βαστούσε γερά το τιμόνι και θρηνούσε το σώμα της νεκρής του μάνας που πήγε άκλαυτο, και συνάμα το δικό του, που θα λίπαινε, «χους ει και εις χουν απελεύσει», με τη σάρκα του μια ξένη κι αφιλόξενη γη.

Δενδρίτες, Κάλλια Παπαδάκη

ΠΟΛΙΣ, 2015

 

No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: