Skip to content

σε μια τσίγκινη σκεπή

15 Φεβρουαρίου, 2014

65

Σε θέματα έρωτα τα είχα πάντα λίγο μπερδεμένα. Δεν θυμάμαι πρόσωπα και ημερομηνίες, θυμάμαι όμως μουσικές. Θυμάμαι και ταράτσες δίπλα σε άδεια εφηβικά δωμάτια πλημυρισμένα με πόστερς των Smiths και του Τσε, αναρχικά μανιφέστα κι ένα χαλασμένο πικάπ που γύρναγε με περισσότερες στροφές, έτσι που αγάπες και τραγούδια τα έμαθα αλλιώς.

.

Ένα καλοκαίρι με καύσωνα το πικάπ μου έπαιζε μόνο Στέρεο Νόβα κι εμείς χορεύαμε το Νέα Ζωή 705 και τα βράδια στροβιλιζόμασταν γύρω γύρω στο δωμάτιο με τα φώτα κλειστά, μέχρι που πέφταμε κάτω από τη ζαλάδα και κοιμόμασταν στο κρύο πάτωμα και όταν ξυπνούσα έβρισκα δίπλα μου σκισμένα χαρτάκια με στίχους που έλεγαν για φραουλένιες πεδιάδες και γραμμικές κοιλάδες. Αργότερα, στην τσιμεντούπολή, γνώρισα ένα αγόρι από τη Νέα Ζωή που έπαιρνε το 705 για να πάει στη σχολή του, ανεβοκατεβαίναμε μαζί τη Λένορμαν, τα βράδια καθόμασταν στο αστεροσκοπείο, τα πρωινά κάναμε βόλτες στους κινηματογράφους της Ομόνοιας και η ζωή μας ήταν σαν τραγούδι των Στέρεο Νόβα, το χρέος μου το έκανα.

.

Ώσπου μια μέρα την είδα στα σκαλάκια της Καλλιδρομίου να τραγουδάει μόνη της ένα τραγούδι της Siouxsie και την ερωτεύτηκα αμέσως, μόνο που δεν βρήκα το θάρρος να της μιλήσω. Για μήνες τριγύρναγα στα Εξάρχεια για να τη βρω και στο μυαλό μου προετοίμαζα την συνάντηση, τι θα έλεγα, πως θα το έλεγα, τι θα έκανα αν είχε άλλον-αποκλείεται να είχε άλλον!-αν πάντως είχε δεν θα ξεμπέρδευε εύκολα μαζί μου, κάπου εκεί αγρίευα, παρανοούσα, σκεφτόμουν ότι ίσως με έψαχνε κι αυτή, σίγουρα θα με έψαχνε κι αυτή, ίσως την ώρα που εγώ ανέβαινα τη Θεμιστοκλέους εκείνη να κατέβαινε την Τοσίτσα, γαμώ τα Εξάρχεια και όλους τους δρόμους της Αθήνας που την κρατάνε μακριά μου, τελικά δεν την βρήκα ποτέ. Και μια μέρα, χρόνια μετά, την ξαναείδα να σερβίρει στην πλατεία Αβησσυνίας, ανυποψίαστη για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο μυαλό μου εξαιτίας της, παράγγειλα κρασί, τη ρώτησα αν τα καλαμαράκια είναι κατεψυγμένα και κάπως έτσι έληξε οριστικά ο υπερβατικός και εξαντλητικός έρωτας μου γι’ αυτήν, πάνω σε ένα χάρτινο τραπεζομάντηλο με καλαμαράκια, που τελικά ήταν κατεψυγμένα.

.

Ασφαλώς και ήμουν εξοικειωμένος με την ιδέα ότι μερικές φορές η αγάπη πονάει, όταν, πολλά χρόνια πριν, η τότε αγαπημένη μου μου άνοιξε το κεφάλι με ένα κεραμίδι. Ήμασταν περίπου οκτώ και αγαπιόμασταν ειλικρινά, δεν θυμάμαι γιατί χρειάστηκε να καταφύγει στη βία εναντίον μου, πάντως δεν θα ξεχάσω τον πανικό στο κέντρο υγείας του νησιού και ότι στο ατιμωτικό ταξίδι της επιστροφής από τα Δωδεκάνησα γύρναγα μπρος πίσω την κασέτα του γουόκμαν να ακούω Nirvana. Δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ γιατί οι τύραννοι κατέστρεφαν την αγάπη μας, εμείς όμως σε πείσμα της απόστασης ανταλλάσαμε για χρόνια σετ αλληλογραφίας και κασέτες με τραγούδια.

.

Μετά έζησα κι άλλους χωρισμούς, στο Μπάτμαν με κονιάκ και Χαρούλα, στους Sonic Youth με χάπια, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης με κουτάκια μπύρας. Κι ένα βράδυ που ήθελα να πεθάνω από έρωτα, πέρασα από το μαγαζί που τραγουδούσε η φίλη μου η Σοφία, και όταν οι ρακές έστειλαν στο διάολο κάθε ελπίδα αξιοπρέπειας βρέθηκα να τραγουδάω μαζί με την ορχήστρα και να παίζω ένα μουσικό όργανο που δεν είχα ξαναδεί ποτέ, κάτι σαν αβγό με ρύζι μέσα που έκανε τσικ τσικ και τραγουδούσαμε λυπημένα τραγούδια, σιγά σιγά μαζευόταν και κόσμος, γέμισε το μαγαζί, γέμισε και το στενό απ’ έξω γιατί όλοι αγαπούν τα λυπημένα τραγούδια. Και όταν είπαμε εκείνο το τραγούδι που λέει «Μαύρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι», τότε όλοι τραγουδούσαμε δυνατά και παράφωνα, κι εμείς από μέσα και οι άλλοι έξω στο στενό, και κάπως έτσι πέρασε κι αυτός ο έρωτας, λυγμικά μαζί και θριαμβευτικά.

.

Τι είναι αυτό που ενεργοποιεί μέσα μας τον μηχανισμό του έρωτα; Το πρώτο φιλί; Η σεξουαλική αφύπνιση; Το ανολοκλήρωτο; Μπορεί και όλα μαζί, μπορεί η αγάπη να είναι ένα συνεχές, σαν αυτές τις μεταλλικές μπάλες που κινούνται δεξιά κι αριστερά δημιουργώντας ταλαντώσεις στο διηνεκές. Δεν ξέρω με ακρίβεια πως είναι ο έρωτας, ξέρω όμως πως έχει πολλή μουσική. Και πως όταν όλα πάνε στραβά, θα πάρω το αγόρι μου και θα ζήσουμε μαζί για πάντα σε ένα στίχο της Βίκυς Μοσχολιού.

.

Γραμμένο για το "lovestory" αφιέρωμα του enfo.gr
8 σχόλια leave one →
  1. 15 Φεβρουαρίου, 2014 6:19 μμ

    ένα έχω να πω.. αχ!

  2. 17 Φεβρουαρίου, 2014 7:49 μμ

    εγώ έχω να πω πως είμαι σχεδόν 10 μήνες τώρα στην Αθήνα και μια φορά δε σ’έχω δει να τα πούμε από κοντά. έλα καμιά βόλτα..

  3. 17 Φεβρουαρίου, 2014 8:30 μμ

    σε ένα στίχο της μοσχολιού. κι εγώ κάπου εκεί θα ήθελα να ζήσω.

  4. 20 Φεβρουαρίου, 2014 3:27 μμ

    Σ’ αγαπώ, παλιόπαιδο…

  5. 27 Φεβρουαρίου, 2014 2:48 μμ

    Λίγη Βικούλα ακόμα τη σηκώνει το κλίμα, νομίζω🙂

Trackbacks

  1. Περί Βαλεντίνων | ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ
  2. Το μπλέ κουτί | part II
  3. DubiumDubium

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: