Skip to content

Επιτάφιος

5 Μαΐου, 2013
Γιάννης Ρίτσος-Επιτάφιος

Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Η Κατίνα Τούση, καταμεσίς του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της, βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών – των απεργών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της.

Μεγάλη Παρασκευή στο αυτοκίνητο κι ο ήλιος καίει το καπό και τα μάτια μου, ο σκύλος βασανίζεται στο πίσω κάθισμα, με τη γλώσσα έξω σκορπάει τα σάλια του ασθμαίνοντας βαριά, σωστό μαρτύριο κι αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα, στάση στο σούπερ μάρκετ για τα ψώνια του τριήμερου, μια αγγαρεία που μάταια προσπάθησα να αποφύγω, η κίνηση είναι απελπιστική και το κέντρο της πόλης ένα καμίνι γεμάτο πορτοκαλί σκόνη απ’ την Αφρική που κολλάει στο λαιμό, έξω απ’ το παράθυρο φωνές κι εκνευρισμός, ο ιδρώτας μουσκεύει το πουκάμισο, οι σταθμοί στο ραδιόφωνο απ’ το πρωί παίζουν δήθεν πένθιμα εμβατήρια, ξαφνικά μια μικρή παύση και μετά οι πρώτες νότες από τον Επιτάφιο του Ρίτσου, πριν προλάβω να αντιδράσω η φωνή του Μπιθικώτση με πιάνει απ’ το λαιμό, γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου, οι πιο απλοί, γυμνοί και ταυτόχρονα συγκλονιστικοί στίχοι που έγραψε ποτέ ανθρώπινο χέρι.

 

Η γιαγιά μου είχε το γιο της σκοτωμένο στα ξένα που πήγε για ψωμί, σαράντα χρόνια έζησε με αυτή την αδικία, γιατί είναι βέβαια η μεγαλύτερη αδικία να πεθαίνει το παιδί σου πριν από ‘σένα, αυτή και η μεγαλύτερη απόδειξη ότι δεν υπάρχει θεός, η γιαγιά μου όμως δεν το ήξερε, αγράμματη και φτωχή έζησε τα επόμενα σαράντα χρόνια μαυροντυμένη με το μαύρο της τσεμπέρι στα μαλλιά, κάθε Μεγάλη Πέμπτη πήγαινε στην εκκλησία με το μικρό της μαξιλαράκι, καθότανε μέχρι το πρωί σε ένα στασίδι μακριά από τον κόσμο και όσο περνούσε η ώρα κουλουριαζόταν όλο και περισσότερο στο στασίδι της, γινόταν όλο και πιο μικρή, μέχρι που το ξημέρωμα της Μεγάλης Παρασκευής βρίσκαμε στη θέση της μια μαύρη κουκκίδα, την παίρναμε σπίτι κι αυτή ποτέ δεν καταδεχόταν να μιλήσει για το παιδί της, το βράδυ μόνο πριν κοιμηθεί ξέπλεκε τα μαλλιά της μπροστά στο καντήλι του δωματίου, τα μαλλιά της που ήταν πάντα μακριά και αχτένιστα και λευκά, και σαράντα χρόνια έκλαιγε μόνη της σιωπηλά.

 

Ο ήλιος στο κέντρο της πόλης είναι βασανιστικός, απελπιστικός, τιμωρητικός, η γιαγιά μου έχει πεθάνει εδώ και είκοσι χρόνια πια, με πιάνει κόκκινο και οποιαδήποτε πιθανότητα απόδρασης από τη φάκα της πόλης είναι πια αδύνατη, η φωνή στο ραδιόφωνο συνεχίζει, πού πέταξε τ’ αγόρι μου πού πήγε, πού μ’ αφήνει, χωρίς πουλάκι το κλουβί χωρίς νερό η κρήνη, 9 Μαΐου 1936 από την απεργία των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη σκόρπια ονόματα και αριθμοί που δεν αφορούν πια κανένα, Τάσος Τούσης, 25 χρόνων, οδηγός από το Ασβεστοχώρι, Αναστασία Καρανικόλα, 23 χρόνων, καπνεργάτρια, Ίντο Σρενόρ, νικελωτής, Δημήτρης Αγλαμίδης, 26 χρόνων, σωφέρ, Γιάννης Πανόπουλος, 23 χρόνων, καπνεργάτης, Σαλβατόρ Ματαράσσο, 25 χρόνων, καπνεργάτης, Δημήτρης Λαϊλάνης, καπνεργάτης, Σταύρος Διαμαντόπουλος, 23 χρόνων, Μανώλης Ζαχαρίου, 26 χρόνων, Β. Σταύρου, Ιωάννης Πιτάρης, Ευθύμης Μάνος αγνώστων λοιπών στοιχείων, Πρωτομαγιά 2013 ο λαός στους δρόμους για τα πασχαλινά ψώνια, στη διαδήλωση κατεβαίνουμε 53 άνθρωποι, κάποιος μέσα από το πλήθος φωνάζει δυνατά ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ! ο κόσμος γύρω μας γελάει, τι ντροπή, ο κόσμος ξεχνάει, τι ντροπή!

 

Καθόμασταν χθες με το Θοδωρή, που επέστρεψε μόλις από μια αποστολή στην Κεντρική Αφρική, στο τραπέζι της κουζίνας και μου έδειχνε φωτογραφίες, φτώχια, παραγκουπόλεις, παιδιά υποσιτισμένα στη σειρά περιμένουν το κουτί με το φυστικοβούτυρο που με τις πεντακόσιες θερμίδες του θα τους δώσει μια μικρή παράταση ζωής, αν δεν τα προλάβει η φοβερή αρρώστια, όλες οι αναπαραστάσεις που έχω για την Αφρική από τις διαφημίσεις της Unicef περνούν ξανά μπροστά απ’ τα μάτια μου, με περισσότερο ρεαλισμό βέβαια, ακούω πράγματα τρομερά, για τις μύγες τσε-τσε που παραλύουν τον εγκέφαλο, για τη Ρουάντα που ανέκαμψε πια μετά τη γενοκτονία και για νέους εμφύλιους, αντάρτικα, επαναστάσεις σε άγνωστες χώρες και περιοχές με τα πιο απίθανα ονόματα, για άρρωστα παιδιά που οι γονείς τους τα παίρνουν από το νοσοκομείο να πεθάνουν στο σπίτι γιατί δεν μπορούν να λείψουν ούτε μια μέρα από τη δουλειά τους, κι εκεί που σκέφτομαι ότι τελικά η αξία της ανθρώπινης ζωής μετριέται σε γεωγραφικές συντεταγμένες, βλέπω τη φωτογραφία μιας Αφρικανής μητέρας που κρατάει το παιδί της στην αγκαλιά, όμορφη και περήφανη με τη χρωματιστή της κελεμπία και τα μακριά μαύρα της μαλλιά ριγμένα στο πρόσωπο, το παιδί ένα κουβάρι κόκαλα που περισσότερο μοιάζει με μικρό ζωάκι παρά με άνθρωπο κι όμως εκείνη το κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της και τα μάτια της είναι ίδια με τα μάτια της γιαγιάς μου, κλείνουν μέσα τον πόνο όλης της ανθρωπότητας, μπορεί ο θάνατος στην Αφρική να είναι καθημερινός και οικείος, μπορεί η μητέρα αυτή να έχει συνηθίσει να ζει με την απώλεια, όμως ο πόνος κάθε μάνας που χάνει το παιδί της είναι ο πιο μεγάλος, ο πιο παράλογος και πιο αδίστακτος πόνος που ποτέ δεν επουλώνεται.

 

Με το αυτοκίνητο σταματημένο εδώ και ώρα πια στην άκρη του δρόμου και τους υπόλοιπους οδηγούς να με προσπερνούν κορνάροντας μανιασμένα, ανάμεσα στις σακούλες του σούπερ μάρκετ και τον σκύλο που πετάει τα σάλια του εδώ κι εκεί ζω τη δική μου Εβδομάδα των Παθών, ο Μπιθικώτσης συνεχίζει, πως κλείσαν τα ματάκια σου και δεν θωρείς που κλαίω και δεν σαλεύεις δεν γρικάς τα που πικρά σου λέω, και ξαφνικά, μέσα στον ανοιξιάτικο καύσωνα και τη σκόνη της Αφρικής που κολλάει στο λαιμό, ο Επιτάφιος του Ρίτσου γίνεται ο οικουμενικός, ο αληθινός, ο πανανθρώπινος, ο μοναδικός Επιτάφιος που αξίζει να προσκυνήσει κανείς και τώρα δεν είναι μόνο ο θρήνος της Κατίνας Τούση που μοιρολογεί το γιο της πεσμένη στο πεζοδρόμιο, αλλά και της Ζάχρα Νατζαφί που μάζεψε με τα χέρια της τα κομμάτια του γιου της ένα βράδυ Μαρτίου στα Κάτω Πατήσια, της μάνας του Μοχάμεντ Καμράν Ατίφ που βασανίστηκε μέχρι θανάτου στην άλλη άκρη της γης που ήρθε για να ζήσει, είναι ο θρήνος των μανάδων όλων των παιδιών που βασάνισε και δολοφόνησε το κράτος, των ανώνυμων ασυνόδευτων στα σύνορα του Έβρου, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις σκαλωσιές ανάπλασης του έθνους, όλων των φτωχών, των εργατών, των δικών μας νεκρών που πάλεψαν στη ζωή τους για ψωμί και δικαιοσύνη. Αυτή είναι η δική μας Μεγάλη Παρασκευή. Μαζί και η ζωή μας η εν τάφω.

.

13 σχόλια leave one →
  1. Βαγγέλης permalink
    5 Μαΐου, 2013 12:53 μμ

    …. δίνεις ελπίδες…

    με συγκίνησες !

    Τα σέβη μου

  2. 5 Μαΐου, 2013 1:20 μμ

    Μόνο ένα like … και τίποτε άλλο επί της ουσίας της ανάρτησης .
    Η συγκίνηση οφείλει να είναι σιωπηλή .

  3. " καμμένο" φλιπεράκι permalink
    5 Μαΐου, 2013 5:29 μμ

    …!!!

  4. 5 Μαΐου, 2013 7:34 μμ

    Μπράβο ρε φίλε…

  5. 5 Μαΐου, 2013 11:08 μμ

    Εκλαψα.

  6. rebeloskilo permalink
    6 Μαΐου, 2013 12:43 πμ

    Σαγαπαω ρε silentcrossing ειλικρινα

  7. 6 Μαΐου, 2013 9:02 πμ

    Ω Silent!

  8. 6 Μαΐου, 2013 9:48 πμ

    το πάτησα κι εγώ, αλλά δε χρειαζόντουσαν lk εδωπέρα. θα πρέπει να βγει ένα σύμβολο που να σημαίνει «βουβός (παροδικός) συντονισμός».

  9. 6 Μαΐου, 2013 9:51 πμ

  10. 6 Μαΐου, 2013 10:30 πμ

    Καλημέρα και χρόνια πολλά!
    Σήμερα διαθέτουμε και Βάρναλη:

  11. κόκκινο μπαλόνι permalink
    6 Μαΐου, 2013 1:06 μμ

    α ρε silent…

  12. 7 Μαΐου, 2013 3:08 πμ

    πού έδυ σου το κάλλος…

  13. spiral architect permalink
    9 Μαΐου, 2013 8:02 πμ

    😥

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: