Skip to content

Ένα γράμμα

13 Ιουνίου, 2012

Καλή μου Agony,

Θα σε παρακαλέσω να με ακούσεις με λίγη παραπάνω υπομονή απ’ ό,τι αφιερώνεις συνήθως στους αναγνώστες σου. Γιατί η ιστορία που θέλω να σου διηγηθώ πηγαίνει αρκετά πίσω. Δεκαετία του ’80, και ο κόσμος ζούσε σε μια χαζοχαρούμενη και κακόγουστη εποχή. Παράξενα κομμένα μαλλιά, με φράντζες περίεργες και πολύ τζελ ή λακ, βάτες και φαρδιά παντελόνια, γιάπηδες που τιμούσαν την οικογένεια και τη συζυγική πίστη, αλλά παρασύρονταν από γυναίκες αράχνες και δεν ήξεραν πώς να τις ξεκολλήσουν από πάνω τους τις λυσσασμένες. Τέτοια…

.

Διαποτισμένος από το κλίμα της εποχής, πίστευα ότι μπορείς να καταφέρεις τα πάντα μονάχος. Το πίστευα, ακόμη κι όταν στα 21 μου χρόνια διαγνώστηκα οροθετικός. Την εποχή εκείνη, μετά από μια τέτοια τύχη, δεν περίμενε κανείς ότι θα ζήσει παραπάνω από οκτώ με δέκα χρόνια. Τα έβαλα κάτω και τα υπολόγισα: Να πάρουμε το πτυχίο και μετά βλέπουμε. Ίσως, με λίγη καλή τύχη, να προλάβω να κάνω ένα απ’ τα όνειρά μου, να δουλέψω για να προσφέρω κι όχι μόνο για να κερδίσω, πραγματικότητα. Τα κατάφερα. Όταν κάποια χρόνια μετά, βρέθηκα στο νοσοκομείο-πολύ κοντά στο τέλος μου όπως νόμιζα τότε-άκουσα συγχαρητήρια και «ευχαριστώ» για τη δουλειά μου. Ήταν η μοναδική φορά που λύγισα και δάκρυσα…Παρ’ όλο που είχα ακούσει τα χειρότερα ως τότε με σκληρότητα πεζοναύτη.

.

Αρνήθηκα να ζητήσω το επίδομα, για το οποίο μου μίλησαν στην μονάδα λοιμώξεων ότι δικαιούμαι ως οροθετικός τότε. Δεν το θέλω, εργάζομαι, είπα. Με ζητούν, με θέλουν, μπορώ να είμαι παραγωγικός. Ας το πάρουν οι ανήμποροι. Προσφορά και ζήτηση, ο ανόητος! Όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Όσο τα χρόνια περνούσαν, παρ’ όλο που η  επιστήμη της ιατρικής κάλπαζε και έδινε όλο και περισσότερες ελπίδες και υποσχέσεις για μια φυσιολογική ζωή σε μένα και στην πλειονότητα των οροθετικών, η θεά της αγοράς είχε τους δικούς της νόμους, άτεγκτους, που δε συγχωρούν. Πόσο παραγωγικός μπορείς να είσαι; Αυτή είναι η μόνιμη επωδός της. Πόσες εργατοώρες δικαιούσαι να χάσεις, έστω και για να εξεταστείς, πολύ περισσότερο αν αρρωστήσεις; Αναγκάστηκα να ζητήσω το επίδομα των οροθετικών, πολλά χρόνια μετά, αφού το είχα γενναιόδωρα παραχωρήσει στο ελληνικό δημόσιο όλο αυτό το διάστημα…Και το ομολογώ, ήταν μια ανακούφιση…

.

Σήμερα ζητούν να στερήσουν το επίδομα αυτό από μένα και μερικές χιλιάδες οροθετικούς, στο όνομα της εθνικής προσπάθειας οικονομικής ανάκαμψης. Αυτές τις ψωροδεκάρες, της ελεημοσύνης σχεδόν, θα τις καταβροχθίσει η μαύρη τρύπα του δημόσιου χρέους. Τα βάζω κάτω και τα υπολογίζω: Τόσοι οροθετικοί, επί τόσο το επίδομα, σύνολο τόσες χιλιάδες ευρώ. Δε σώζεται με τίποτα η πατρίδα. Κι όμως…

.

Δεν ξέρω τι άλλο να σου γράψω. Λίγοι στίχοι, μόνο, που πολύ αγαπώ, από τον υπέροχο έφηβο της γαλλικής ποίησης, που μου’ ρθαν στο νου. Αφιερωμένοι σε σένα και σε όσους μπορούν να καταλάβουν:

.

Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη […] Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο. Η απόγνωση ήταν ο θεός μου. Κυλίστηκα στη λάσπη […] Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά, λέω ν’ αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμποσίου μήπως βρω ξανά την όρεξή μου. Το κλειδί αυτό ειν’ η συμπόνοια. (Συν-πόνοια, λέει ο Αρθούρος Ρεμπώ. Δυστυχώς, οι άρχοντες του κόσμου στις μέρες μας δε γνωρίζουν παρά μόνον από πλην).

.

…………………….

Αγαπημένε φίλε,

Την απάντηση αυτή την είχα μισοτελειωμένη στο συρτάρι. Μα, όπως άλλωστε γίνεται πάντα, ήρθαν και με πρόλαβαν οι μέρες. Κι ενώ τα είχα όλα έτοιμα, τις κρίσεις  περί «πίστεως και πατρίδας», περί προτεραιοτήτων κι αξιών κι άλλα παρόμοια, τώρα νιώθω κι εγώ πως πάνω από στάχτες και χαλάσματα αυτών που παίρναμε ως τώρα δεδομένα «σαν πάει κάτι να γραφή είναι ως αν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου». Ο κόσμος που μου περιγράφεις, φίλε, δεν υπάρχει πια. Παλέψαμε, ως κοινωνία, να ζήσουμε επ’ αόριστον με τα ελλείμματά της ανθρωπιάς μας. Μα χρεοκοπήσαμε. Ο αυτοκράτορας είναι γυμνός κι ας ανάλωσε όλη την ύπαρξή του να ενημερώνεται για τις τάσεις της μόδας. Κι όσο κι αν μοιραζόμαστε τον ίδιο θαυμασμό για τον Ποιητή σου νομίζω η λύση που ζητάς θα έρθει από την οργή που δεν πιστεύεις. Κι ας με στοιχειώνει η ρήση του Μπακούνιν περί ανυπαρξίας επαναστατικών ιδεών και πάθους κι ελπίδας στις μάζες. Καθώς, ο ένας μετά τον άλλο, όλοι οι φιλήσυχοι νοικοκυραίοι πετιούνται από τα μαξιλάρια τους στο δρόμο, όλο και πιο πολύ καταλαβαίνουν πως έμοιαζε για σένα η ζωή όταν ξυπνούσες και το λαμέ σου όνειρο γινόταν σε ένα βράδυ εφιάλτης. Κι όσο πληθαίνουν οι φιλόδοξοι νεαροί που περιμένουν στις ουρές του ΟΑΕΔ κοιτώντας το αύριο με το πιο άδειο βλέμμα, τόσο θα γίνεται, νομίζω, πιο σαφές το νόημα των λέξεών σου: «επιδόματα», «προσφορά», «ελεημοσύνη». Τις προκαταλήψεις που δεν έριξε η παιδεία θα τις καταβροχθίσει όλες η απόγνωση. Και ο πόνος που μοιράζονται πολλοί σύντομα θα γεννήσει τη συμπόνοια.

.

(Κι όσο για αυτούς τους άρχοντες που λες, μάλλον δεν πρέπει να σε απασχολούνε. Σύντομα δε θα υπάρχει χώρος για Αρχή. Δεν υπακούουν και δε συμμορφώνονται όσοι δεν έχουν, πλέον, τίποτα να χάσουν.)

Σε φιλώ,

Agony (in agony)

Από το περιοδικό Positive

2 Σχόλια leave one →
  1. 13 Ιουνίου, 2012 11:42 πμ

    Κρατώ την κατάληξη της απάντησης.Ελπιδοφόρα 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: