Skip to content

για την Wislawa Szymborska

28 Ιανουαρίου, 2010

Και μιας και τελευταία μιλάμε για γυναίκες, να μια γυναίκα που αγάπησα πολύ πριν από χρόνια: η Wislawa Szymborska η ποιήτρια από την Πολωνία που (δικαίως) βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1996. Τις τελευταίες δύο μέρες πέρασα παρέα στο στρατόπεδο με τα ποιήματα της, δώρο ανεκτίμητο μέσα στη γύρω μου καφρίλα. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο Μιά ποιητική διαδρομή, σε μετάφραση Βασίλη Καραβίτη, από τις εκδόσεις Σοκόλη (2003), που περιλαμβάνει ποιήματα από όλα τα έργα της Szymborska. Μεταφέρω εδώ μερικά από τα αγαπημένα μου.

                     

Ευτυχισμένη αγάπη

(από τη συλλογή Για κάθε ενδεχόμενο, 1972)

              

Ευτυχισμένη αγάπη. Είναι φυσιολογική,

είναι σοβαρή, είναι προσοδοφόρα;

Τι χρησιμεύουν στον κόσμο δύο άνθρωποι

που δεν έχουν μάτια γι’ αυτόν;

                  

Ανεβασμένοι ο ένας για τον άλλον στο ίδιο βάθρο

χωρίς φανερή αξία

επιλεγμένοι μέσα από εκατομμύρια από καθαρή σύμπτωση

κι όμως με την πεποίθηση τους ότι έτσι έπρεπε να συμβεί

Σαν ανταμοιβή για ποιο πράγμα; Για τίποτα.

Το φως λάμπει απ’ το πουθενά-

γιατί μονάχα πάνω τους και όχι σε άλλους;

Δεν είναι αυτό προσβολή της δικαιοσύνης;

Ασφαλώς είναι.

Δεν παραβιάζει τις καταξιωμένες στον κόσμο αρχές μας,

δεν γκρεμίζει κάθε ηθική απ’ τα ύψη της; Σίγουρα ναι.

                               

Προσέξτε το ευτυχισμένο ζευγάρι:

αν μπορούσαν τουλάχιστον λίγο να προσποιηθούν,

να υποκριθούν μια κατάθλιψη κι έτσι να δώσουν κουράγιο στους φίλους τους!

Ακούστε πως γελάνε- πόσο προσβλητικά.

Κι η γλώσσα που μιλάνε μόλις που ακούγεται

κατανοητή

κι όλες αυτές οι εθιμοτυπίες, οι τελετουργίες,

οι επιτηδευμένες αμοιβαίες ρουτίνες τους-

όλ’ αυτά μοιάζουν με μια συνωμοσία

πίσω απ’ την πλάτη της ανθρωπότητας!

                           

Είναι δύσκολο ακόμα και να μαντέψεις

που θα έφταναν τα πράγματα

αν οι άνθρωποι ακολουθούσαν το παράδειγμα τους.

Σε τι θα μπορούσαν να στηριχθούν οι θρησκείες

και η ποίηση,

τι θα θυμόμαστε, τι θα είχαμε αποκηρύξει,

ποιος θα ‘θελε να κρατηθεί μέσα σε κάποιο όρια;

                           

Μια ευτυχισμένη αγάπη. Είναι αναγκαία;

Το τακτ και ο κοινός νους μας συμβουλεύουν

να την απαρνηθούμε

σαν ένα σκάνδαλο για τις ανώτερες σφαίρες

της ζωής.

Τα μικρά αγγελούδια γεννιούνται

χωρίς τη δική της βοήθεια.

Κι ούτε θα μπορούσε να κατοικήσει στην γη

γιατί συμβαίνει τόσο σπάνια.

                           

Αφήστε τους ανθρώπους

που δεν ξέρουν το παραμικρό γι’ αυτήν

να μας βεβαιώσουν ότι δεν υπάρχει πουθενά

μια ευτυχισμένη αγάπη.

          

Με μια τέτοια πίστη θα τους είναι πιο εύκολο

να ζουν και να πεθαίνουν.

 

              

Ψαλμός

(από τη συλλογή Ο μεγάλος αριθμός, 1976)

                  

Ω, πόσο διάτρητα είναι τα σύνορα στις πολιτείες

που έστησαν οι άνθρωποι!

Πόσο αμέτρητα τα σύννεφα που επιπλέουν

ατιμώρητα πάνω τους!

Πόσο αμέτρητη η άμμος των ερήμων που μετακινείται

από χώρα σε χώρα!

Πόσο αμέτρητα τα βουνίσια βότσαλα που κατρακυλούν

στις ξένες επικράτειες

με προκλητικά πηδηματάκια!

                                    

Χρειάζεται εδώ να απαριθμήσω κάθε πουλί, ένα ένα,

πως πετάει πάνω απ’ τη μεθόριο

ή πως προσγειώνεται μόλις τώρα πάνω

στο χαμηλό οδόφραγμα της;

Αν πρόκειται μόνο για ένα σπουργίτι- η ουρά του

βρίσκεται τώρα στα ξένα

αν και το ράμφος του είναι ακόμα στην πατρίδα,

κι επιπλέον –σαν να μην έφτανε αυτό- δεν σταματάει

να πηγαινοέρχεται σα νευρόσπαστο.

                                    

Απ’ τα’ αναρίθμητα έντομα θα ξεχωρίσω

μόνο το μυρμήγκι,

που ανάμεσα στην αριστερή και τη δεξιά

αρβύλα του συνοριακού φρουρού

στο ερώτημα «που πηγαίνει» και «πουθ’ έρχεται»

δεν φορτώνεται καμιά απόκριση.

                                     

Ω, τι θέαμα να βλέπεις αυτό το χάος

πάνω σε κάθε ήπειρο με μια ματιά

και σ’ όλες τις λεπτομέρειες

γιατί, δεν είναι το λιγούστρο στην αντίπερα όχθη

που περνάει λαθραία το πολλοστό του φύλλο

σ’ όλο το πλάτος του ποταμού;

Γιατί ποιος, αν όχι η σουπιά με τα θρασύτατα

μακριά πλοκάμια της,

παραβιάζει την καθαγιασμένη σφαίρα

των χωρικών υδάτων;

                                             

Γενικά μπορούμε να μιλάμε για κάποιο

είδος τάξης

όταν ακόμα και τ΄ αστέρια δεν γίνεται

να τα ορίσουμε σωστά

έτσι ώστε να ξέρουμε για το καθένα ποιο απ’ όλα

ακτινοβολεί και για ποιον;

                                           

Κι ας μην μιλήσομε για την αξιόμεμπτη εξάπλωση

της ομίχλης!

Και τις μάζες της σκόνης πάνω σ’ όλες τις στέπες

σα να μην είχαν διόλου διαμοιραστεί.

Και τους αντίλαλους στ απρόθυμα κύματα του αέρα,

από φωνές, επικλητικά τσιρίγματα

και υπαινικτικά γουργουρητά.

                                          

Μόνο ό,τι είναι ανθρώπινο μπορεί πραγματικά

να είναι ξένο.

Τα υπόλοιπα είναι όλα πυκνοπλεγμένα δάση,

λαγούμια από τυφλοπόντικες και άνεμος.

                   

                      

Χαμόγελα

                

Ο κόσμος μάλλον θα βλέπει την ελπίδα

αντί ν’ ακούει μόνο το τραγούδι της. Και γι’ αυτόν τον λόγο

οι κρατικοί λειτουργοί πρέπει να χαμογελάνε.

Τα λευκά μαργαριτάρια τους σημαίνουν ότι είναι

ακόμα γεμάτοι κέφι.

Το παιχνίδι είναι περίπλοκο, ο στόχος είναι μακριά

απ’ την επιτυχία, η έκβαση ακόμα όχι ξεκάθαρη – πότε πότε

χρειαζόμαστε μια φιλική, αστραφτερή οδοντοστοιχία.

                                             

Οι κεφαλές της εξουσίας πρέπει να εμφανίζουν

αρυτίδωτα μέτωπα

Στους διαδρόμους των αεροδρομίων, την αίθουσα

των συνεδριάσεων.

Πρέπει να ενσωματώνουν ένα μεγάλο, οδοντωτό

«Μπράβοοο»

την ώρα που συνθλίβουν ανθρώπους

ή κατεπείγοντα προβλήματα.

Οι αυτοανανεούμενοι ιστοί στα πρόσωπα τους

κάνουν τις καρδιές μας να βουίζουν

και τους φακούς μας να επικεντρώνονται.

                                        

Η οδοντιατρική, εξελιγμένη σε διπλωματική

δεξιοτεχνία,

μας υπόσχεται έναν αυριανό Χρυσόν Αιώνα.

Η μετάβαση είναι σκληρή και επομένως

χρειαζόμαστε το γέλιο

από λαμπρούς κοπτήρες και γομφίους

αγαθών προθέσεων.

Οι καιροί μας δεν είναι ακόμα ασφαλείς

ούτε αρκετά λογικοί

για τα πρόσωπα να εκθέσουν την κοινότοπη θλίψη.

                               

Οι ονειροπόλοι συνεχίζουν να λένε «Η ανθρώπινη

αδελφότητα θα μετατρέψει αυτόν τον τόπο

σ’ έναν γελαστό παράδεισο».

Δεν με πείθουν. Ο δημόσιος άνδρας, αν συμβεί αυτό,

δεν θα χρειάζεται ασκήσεις προσώπου,

εκτός από σπάνιες περιπτώσεις: όταν αισθάνεται καλά,

όταν είναι χαρούμενος την άνοιξη κι ανάλογα

θα κινεί το πρόσωπο του.

Όμως τα ανθρώπινα πλάσματα είναι

απ’ τη φύση τους θλιμμένα.

Ας είναι έτσι λοιπόν. Δεν είναι τόσο κακό αυτό.

                                         

                   

Βασανιστήρια

(από τη συλλογή Οι άνθρωποι πάνω στη γέφυρα, 1986)

                              

Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Το σώμα παραμένει μια δεξαμενή πόνου,

χρειάζεται τροφή, αναπνοή και ύπνο,

έχει λεπτό δέρμα και κάτω απ’ αυτό, το αίμα

είναι καλά εφοδιασμένο από δόντια και νύχια,

μπορούν να σπάσουν τα κόκαλα του, να τεντωθούν

οι αρθρώσεις του.

Όλ’ αυτά τα υπολογίζουν στα βασανιστήρια.

                               

Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Το σώμα ακόμα τρέμει όπως έτρεμε

πριν θεμελιωθεί η Ρώμη και μετά,

στον εικοστό αιώνα πριν και μετά Χριστόν.

Τα βασανιστήρια παραμένουν ακριβώς τα ίδια,

μόνο η γη έχει συρρικνωθεί

κι οτιδήποτε συνεχίζεται αντηχεί σα να συμβαίνει

πίσω απ’ τον τοίχο.

                               

Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

αν εξαιρέσουμε ότι υπάρχουν πιο πολλοί άνθρωποι

και καινούρια αδικήματα που έχουν ξεφυτρώσει

δίπλα στα παλιά-

πραγματικά, εικονικά, βραχύβια και ανύπαρκτα.

Όμως η κραυγή του σώματος όταν αποκρίνεται σ΄αυτά

ήταν, είναι και θα είναι μια κραυγή αθώου

που διατηρεί την ίδια αιωνόβια κλιμάκωση και τόνο.

                                  

Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Αν εξαιρέσουμε ίσως τους τρόπους, τις τελετές, τους χορούς.

Η κίνηση των χεριών όταν προασπίζουν το κεφάλι

παρέμεινε ωστόσο η ίδια.

Το σώμα σφαδάζει, τραντάζεται και σέρνεται,

πέφτει στο χώμα όταν το σπρώχνουν βάρβαρα,

διπλώνεται στα γόνατα του,

μωλωπίζεται, πρήζεται, βγάζει σάλια και αιμορραγεί.

                                               

Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Αν εξαιρέσουμε τη ροή των ποταμών,

την γραμμή των δασών, τις ακτές, τις ερήμους

και τους παγετώνες.

Η μικρή ψυχή περιπλανιέται σ’ αυτά τα τοπία,

εξαφανίζεται, επιστρέφει, πλησιάζει, απομακρύνεται,

διφορούμενη και μια ξένη για τον εαυτό της,

πότε σίγουρη, πότε αβέβαιη για τη δική της ύπαρξη,

ενώ το σώμα υπάρχει και υπάρχει και υπάρχει

και δεν έχει πουθενά να κρυφτεί.

                                          

                      

Κεραυνοβόλος έρωτας

(από τη συλλογή Το τέλος και η αρχή, 1993)

                          

Και οι δυο πιστεύουν ακράδαντα

ότι τους ένωσε ο πάθος.

Ωραία είναι μια τέτοια βεβαιότητα

όμως η αβεβαιότητα είναι ακόμα πιο ωραία.

                                  

Αφού δεν έτυχε ποτέ αν συναντηθούν νωρίτερα

είναι σίγουροι

πως τίποτα δεν έχει συμβεί ανάμεσα τους.

Όμως τι έχουν να πουν γι’ αυτό οι δρόμοι, οι σκάλες,

οι διάδρομοι –

μήπως έχουν προσπεράσει εκεί ο ένας

τον άλλον ένα εκατομμύριο φορές;

                                     

Θέλω να τους ρωτήσω

μήπως δεν θυμούνται –

μια στιγμή τους πρόσωπο με πρόσωπο

σε κάποια περιστρεφόμενη πόρτα;

Ίσως μια «συγγνώμη» που ψέλλισαν μέσα στο πλήθος;

Ένα κοφτό «λάθος νούμερο» που πρόφτασαν στ’ ακουστικό;

Όμως εγώ ξέρω την απάντηση τους.

Όχι, δεν θυμούνται.

                            

Θα έμεναν τώρα κατάπληκτοι να ακούσουν

ότι η Σύμπτωση έπαιζε παιχνίδια μαζί τους

εδώ και χρόνια.

                         

Όχι ολότελα έτοιμη ακόμα

να γίνει το Πεπρωμένο τους

τους έσπρωχνε τον έναν δίπλα στον άλλο

μετά ξεμάκραινε τον έναν απ’ τον άλλο,

έφραζε το μονοπάτι τους

καταπνίγοντας ένα χαμόγελο,

και μετά παραμέριζε αναπηδώντας.

                                       

Υπήρξαν σημάδια και σινιάλα,

ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να τα διαβάσουν

από τότε.

Ίσως τρία χρόνια νωρίτερα

ή μόλις την περασμένη Τρίτη,

μήπως κάποιο φύλλο φτερούγισε

απ’ τον έναν ώμο στον άλλον;

Κάτι έπεσε τότε και το μάζεψαν.

Ποιος ξέρει, μήπως η μπάλα που χάθηκε

μες στις λόχμες της παιδικής μας ηλικίας;

                                            

Υπήρξαν ρόπτρα και κουδούνια στις πόρτες

όπου ένα άγγιγμα είχε σκεπάσει

ένα άλλο πριν από τα πριν.

Υπήρξαν βαλίτσες τσεκαρισμένες πλάι πλάι

στις αποσκευές.

Μια νύχτα, ίσως, είδαν το ίδιο όνειρο

που θόλωσε στο πρωινό.

                                               

Κάθε αρχή

είναι τελικά μόνο ένα επακόλουθο

και το βιβλίο των συμβάντων

μένει πάντοτε μισάνοιχτο.

                                              

                                 

Τίποτα δεν είναι δώρο

             

Τίποτα δεν είναι δώρο, όλα βασίζονται στο δάνειο.

Πνίγομαι στα χρέη ως στ’ αυτιά μου.

Θα πρέπει να πληρώσω για τον εαυτό μου

με τον εαυτό μου,

να παραιτηθώ απ’ τη ζωή μου για τη ζωή μου.

                                   

Να πως έχουν κανονίσει τη συμφωνία:

μπορώ να επανακτήσω την καρδιά,

το συκώτι επίσης

και το κάθε μου δάχτυλο στο χέρι και στο πόδι.

                                      

Πολύ αργά για ν’ ακυρώσω τους όρους,

τα χρέη μου θα ξεπληρωθούν

και θα με γδύσουν απ’ το δέρμα μου

ή, για την ακρίβεια, θα με γδάρουν.

                                       

Κυκλοφορώ στον πλανήτη μας

σ’ έναν συνωστισμό από άλλους χρεώστες.

Μερικοί είναι σαμαρωμένοι το φορτίο

της εξόφλησης για τις φτερούγες τους.

Άλλοι, θέλοντας και μη,

έχουν να δώσουν λογαριασμό

για το κάθε φύλλο τους.

                          

Κάθε ιστός μέσα μας βρίσκεται

στη στήλη ης χρέωσης.

Ούτε ένα πλοκάμι ή ένα βλαστάρι

πρόκειται να διατηρηθεί.

                               

Η απογραφή, μ’ άπειρες λεπτομέρειες,

υποδηλώνει ότι θ’ απομείνουμε

όχι μόνο μ’ άδεια χέρια

αλλά ακόμα και χωρίς χέρια.

                   

Δεν μπορώ να θυμηθώ

που, πότε και γιατί

επέτρεψα σε κάποιον ν’ ανοίξει

αυτόν τον λογαριασμό στ’ όνομα μου.

                     

Αποκαλούμε τη διαμαρτυρία για όλ’ αυτά

ψυχή.

Και είναι το μόνο κονδύλι

που απουσιάζει απ’ τη λίστα.

                             

                                       

Κι ένα κείμενο για την Szymborska του Μιχάλη Μητσού από τα Νέα που μου άρεσε:

                  

Και έτσι, για να πάρει κάποιος μια συνέντευξη από την Πολωνή Νομπελίστρια πρέπει να την επισκεφθεί στο σπίτι της, σε ένα προάστιο της Κρακοβίας. Θα του ζητήσει να της στείλει προκαταβολικά τις ερωτήσεις ώστε να έχει χρόνο να προετοιμαστεί, καθώς δεν πιστεύει ότι είναι ιδιαίτερα έξυπνη και υπάρχουν ερωτήσεις τις οποίες δεν μπορεί να απαντήσει. Θα βγάλει καφέ, κονιάκ, μπισκότα και σοκολατάκια. Θα ανάψει τσιγάρο, ξέρει βέβαια πως κάνει κακό στην υγεία, αλλά έχει πάει σε τόσες κηδείες ανθρώπων που δεν είχαν καπνίσει ποτέ και ήταν πιο νέοι από εκείνη. Θα ζητήσει από τον φωτογράφο να της ρετουσάρει λίγο τις ρυτίδες, «όπως κάνουν με τη Σάρον Στόουν». Και ύστερα θα αρχίσει να μιλά για τα θέματα που της αρέσουν.

             

Για τον θάνατο, ας πούμε, δεν της αρέσει να γράφει, είναι πολύ εύκολο, γιατί ξυπνά εύκολα συναισθήματα και συγκινήσεις όπως είναι η τρυφερότητα και τα σχετικά. Προτιμά να γράφει για τον ερωτισμό, με τον οποίο η ποίηση έχει ελάχιστα ασχοληθεί. «Δεν έχω διαβάσει ποτέ ένα ποίημα που να μπορεί να μεταφέρει αυτό που συμβαίνει μεταξύ δύο ανθρώπων», λέει στον δημοσιογράφο της Ελ Παΐς με αφορμή την κυκλοφορία της νέας συλλογής της με τον τίτλο «Εδώ». Τα ιστορικά θέματα δεν μπορεί να τα αποφύγει, αν και δεν ανήκει στους ποιητές για τους οποίους η Ιστορία αποτελεί ευθεία πηγή έμπνευσης. Σε αυτό τον τομέα, οι καλύτεροι ποιητές κατά τη γνώμη της είναι ο Καβάφης και ο Ζμπίγκνιου Χέρμπερτ. Αλλά ακόμα και η ποίηση που στερείται οποιασδήπο- τε ιστορικής αναφοράς εγγράφεται για πάντα στην Ιστορία, αφού χρησιμοποιεί μια γλώσσα που καθορίζει με ακριβή τρόπο πού και πότε γεννιέται. Ποια ακριβώς λειτουργία επιτελεί η ποίηση σε έναν τόσο σκληρό κόσμο; «Ο κόσμος είναι σκληρός, αλλά του αξίζουν και άλλα επίθετα, πιο ήπια. Αν ήταν μόνο σκληρός, οι άνθρωποι θα είχαν εξαφανιστεί προ πολλού. Θα υπήρχαν μερικά ερείπια εδώ κι εκεί και θα φύτρωναν μερικά φυτά. Ανώνυμα φυτά, γιατί δεν θα υπήρχε κανείς για να τους δώσει όνομα».

           

Η 86χρονη Σιμπόρσκα θυμάται πολύ καλά την ημέρα που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Βρισκόταν στην Κρακοβία και οι τύποι της Αλληλεγγύης ήταν υπέροχοι. Αργότερα βέβαια αυτό άλλαξε, έγιναν δυσάρεστα πράγματα, τότε όμως οι άνθρωποι αυτοί ήταν νέοι και ωραίοι. Θυμάται επίσης την ημέρα που η Πολωνία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήταν μόνη στο σπίτι και δεν είχε με ποιον να κάνει μια πρόποση για το μέλλον. Γέμισε λοιπόν ένα ποτήρι με κονιάκ και πέρασε μπροστά από όλες τις φωτογραφίες των αγαπημένων προσώπων που έχει στο σπίτι και που δεν έζησαν για να δουν αυτή την ιστορική ημέρα.

15 Σχόλια leave one →
  1. 28 Ιανουαρίου, 2010 2:44 μμ

    διάβασες το σημερινό «Εντός Φύλου» στην Αυγή;

    δεν έχει ανέβει ακόμα στο βλογ τους.

  2. 28 Ιανουαρίου, 2010 10:26 μμ

    γεια σου μπαλούν! όχι, δεν την διάβασα, είναι κάτι επείγον;

  3. 28 Ιανουαρίου, 2010 11:31 μμ

    όχι καλέ, καθόλου επείγον! Απλά είχε θέμα το «γυναίκες στην τέχνη» και μου ήρθε φλασιά επειδή «ανέβασες» ποιήτρια!

  4. 29 Ιανουαρίου, 2010 10:35 πμ

    ε, τότε ελπίζω να ανέβει σύντομα στο μπλογκ τους να το διαβάσουμε κι εμείς! 🙂

  5. maria i. permalink
    29 Ιανουαρίου, 2010 10:55 μμ

    από όλα όσα γράφεις, ένα θα σχολιάσω, «για τη παραλία και τη σκοπιά», ε, απ΄όποια σκοπιά και να το δώ, είναι καλό….
    υ.γ. αυτό με την ενασχόληση των ημετέρων ποιητών με το θάνατο, δεν έχει καταντήσει μια σαχλαμάρα και μισή, αλήθεια;
    -και μάλιστα με τρόπο «μη δυναμικό», γιατί κι ο ερωτισμός και η δημιουργικότητα και όλα, αντίβαρα στο φόβο του θανάτου είναι στο βάθος, αλλά και το να οικτείρει κανείς την ανθρωπότητα γιατί κάποτε θα τον χάσει, το βρίσκω pathetic. Τον θάνατο δεν βρίσκω,εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, όταν δλδ αφορά τους άλλους, ή κάποιο «μεγάλο» κοινωνικό γεγονός γύρω του, δεν βρίσκω λόγο κανένα να το μνημονεύουμε αν δεν συνδέεται με τη ζωή, με τη λύπη που συνοδεύει το όποιο τέλος, επί παραδείγματι, αλλά και άλλα γεγονότα ζωής.Εν κατακλείδι η ζωή και ειδικά η «καλή» είναι η πιο αποτελεσματική περιγραφή του θανάτου, ως αντιβαρο.
    Δεν ξέρω πάλι, μπορεί αμα φτάσω κι εγώ πολύ κοντά, στο θάνατο, και είμαι και ποιήτρια προβεβλημένη πολύ, να το κάνω μανιέρα και παντιέρα.
    Αλλά μέχρι τότε… παραλία και σκοπιά…. χαχα
    υ.γ. 2, ας πει κάποιος στους κ.κ. μεταφραστές ωστόσο ότι ο ρυθμός δεν απαγορεύτηκε ακόμη, ας διαβάσουν και καμιά μετάφραση του Λόρκα από Γκάτσο, να καταλάβουν τί εννοώ…

  6. 31 Ιανουαρίου, 2010 10:00 μμ

    Έκανες εξαιρετική επιλογή ποιημάτων. Μεγάλη Ποιήτρια.

    Νομίζω πως είναι ο καλύτερος τρόπος να ξεφεύγεις αυτός, εκεί που είσαι.

  7. 2 Φεβρουαρίου, 2010 5:38 μμ

    @μαρία, καταρχάς απολογίες για την καθυστέρηση, αλλά αυτές τις μέρες βρισκόμουν…στη σκοπά. Ε, περίπου δηλαδή.

    Μου αρέσει πολύ η γυναίκα αυτή γιατί βλέπει τη ζωή σαν πανηγύρι, παντού υπάρχει κάτι γιορτινό, όλα γύρω μας είναι εμπειρίες ακριβές, κυρίως τα καθημερινά, τα μικρά, όλα αξίζει να τα παρατηρεί κανείς.

    Κάπου έγραφε ο jack kerouac: «Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται, ή δεν λένε κοινότυπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν μυθικά κίτρινα Ρωμαϊκά κεριά…»

    Έτσι αντιλαμβάνομαι εγώ την ποίηση της Szymborska, αλλά δεν κρύβω ότι αγαπώ και τη ματαιότητα του Σεφέρη…

    (προσωπικά πάντως η μετάφραση μου άρεσε πολύ, παρόλο που στον πρόλογο του βιβλίου ο μεταφραστής απολογείται προκαταβολικά)

  8. 2 Φεβρουαρίου, 2010 5:41 μμ

    @κατερίνα εκεί που είμαι δεν υπάρχει χρόνος και χώρος να αναπνεύσεις. Εσχάτως κοιτάω μέσα από μία κλειδαρότρυπα τη ζωή του Καριωτάκη. Ντρέπομαι κάπως, ίσως δεν χρειαζόταν να τα γνωρίζω όλα αυτά, από την άλλη, έπεσε φως σε πράγματα που αδυνατούσα να καταλάβω. Α, καλό σου μήνα!

  9. 2 Φεβρουαρίου, 2010 11:32 μμ

    Καλή χρονιά και Καλό μήνα, και από μένα, κι από δω

    Silent μού ‘κανες δωράκι σήμερα μ’ αυτήν τήν ωραία γυναίκα (δεν την ήξερα εκτός απ’ το όνομα και τό νόμπελ…)

    ντροπή μου αλλά δεν διαβάζω πολλή ποίηση τελευταία, και το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρω ακριβώς και γιατί

    ( ενστικτωδώς κράτησα από μια πολύ βιαστική ανάγνωση αυτό :

    » Είναι δύσκολο ακόμα και να μαντέψεις
    που θα έφταναν τα πράγματα
    αν οι άνθρωποι ακολουθούσαν το παράδειγμα τους.
    Σε τι θα μπορούσαν να στηριχθούν οι θρησκείες
    και η ποίηση,
    τι θα θυμόμαστε, τι θα είχαμε αποκηρύξει, » )

    (που πολύ μ’ αρέσει – και δεν ξέρω αν γράφει με μέτρο και ομοιοκαταληξία, αυτά σχεδόν πάντα χάνονται στη μετάφραση αλλά φαντάζομαι ότι στη γλώσσα της θα’ναι όλα πολύ καλύτερα…)

    Σιωπηλέ μου έχω χάσει πολλές συνέχειες ένα μήνα που έλειψα
    και θα σε διαβάζω πολλές μέρες τώρα (για απειλή 🙂 )

    Να’σαι μονίμως και επιμονως καλά, πολλά φιλιά

  10. 3 Φεβρουαρίου, 2010 11:10 πμ

    @Χάρη καλωσήρθες πίσω και -φυσικά- καλή χρονιά και να μην ξαναλείψεις για τόσο πολύ γιατί το κοινό σου αγωνιά! 🙂

    (φαντάσου, εγώ το ‘χα τάμα και πείσμα να μην ανεβάσω άλλη ανάρτηση μέχρι να επιστρέψεις-κάποια πουλάκια βέβαια μου είχαν πει ότι τριγυρίζεις κάπου εδώ!)

    επίσης, ελπίζω τώρα που γύρισες να μας φέρεις και λίγα χιόνια γιατί ξερισταλιάζουμε κάθε μέρα στο παράθυρο, αλλά τίποτα μέχρι τώρα, παρά τις υποσχέσεις και τις διαβεβαιώσεις διάφορων εξυπνάκηδων…

    όσο για την Szymborska, χαίρομαι κάπως που δεν την έχεις διαβάσει γιατί μόλις βρήκα το δώρο γενεθλιών σου 🙂

    (αυτές τις μέρες όμως διαβάζω καρυωτάκη-και μιας και μιλάμε για μέτρο και ομοιοκαταληξία, ας επιχειρήσω μία σύνθεση:

    Ολοι μαζί κινούμε, συρφετός,
    γυρεύοντας ομοιοκαταληξία
    αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
    ένας πέθαινε από αηδία…)

    Σόρυ για τον κανιβαλισμό…

    Καλωσήρθες και πάλι!

  11. 3 Φεβρουαρίου, 2010 8:45 μμ

    καλά, δεν σού συζητάω για τό πόσες συμπτώσεις μαζεύονται – γύρισα έχοντας στο μυαλό μου μιαν άλλη γυναίκα εγώ – δεν σού λέω τίποτα (αγαπητό μου κοινό 😆 ) σήμερα – αύριο θα την δεις 🙂

    η άκρως τιμητική αναμονή σου πιστεύω πάντως ότι αργά ή γρήγορα θα ανταμειφθεί κάποτε 🙂 κοντά στο μετρό… 😉 προς το παρόν απάντησέ μου αν το πάρεις ένα μαίηλ γιατί κάτι άλλα πουλάκια μ’ έχουν απειλήσει με…σπαμίαση … 👿

    φιλάκια με βήχες και σινάχια – εσύ να προσέχεις

  12. 4 Φεβρουαρίου, 2010 9:52 πμ

    άντε, άντε γιατί πάθαμε σύνδρομο στέρησης!

    (άκου εκεί σεσημασμένη spammer!!) 🙂

  13. 4 Φεβρουαρίου, 2010 8:42 μμ

    στο περιθώριο μπήκα! Αλλά εγώ να δεις σύνδρομο που΄παθα 🙂

Trackbacks

  1. Τρία επίκαιρα ποιήματα, και η λύση του (ποιητικού) “γρίφου”, που έθεσε ο Δ. Μαρωνίτης στο ΒΗΜΑ της περασμένης Κυριακής… “Τίποτα δεν είναι δ
  2. Βισλάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska) — People & Ideas

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: