Skip to content

Γυναίκες

24 Ιανουαρίου, 2010

Μητέρα και κόρη περιμένουν το γιατρό στο διάδρομο του νοσοκομείου. Η μητέρα γύρω στα 70, η κόρη γύρω στα 40. Η πρώτη είναι ανήσυχη, φαίνεται ότι έχει κλάψει πρόσφατα, εμφανώς ανησυχεί για την υγεία της. Για πολλή ώρα πηγαινοέρχεται ασταμάτητα, κοιτάει το ρολόι της, ψάχνει το γιατρό της που την έστησε. Οι υπόλοιποι μαθαίνουμε από τις συνομιλίες της ότι έχει πέτρα στα νεφρά και τις επόμενες μέρες θα εγχειρηθεί. Είναι πεπεισμένη ότι κινδυνεύει, γιατί ρωτάει τις νοσοκόμες που πηγαινοέρχονται λεπτομέρειες για την επέμβαση. Οι νοσοκόμες προσπαθούν να την καθησυχάσουν, όμως μάταια. Επαναλαμβάνει ότι θα πεθάνει και δεν θα έχει κανένα δίπλα της. Κλαίει με λυγμούς. Η κόρη φανερά ενοχλημένη και ντροπιασμένη που η μητέρα τραβάει τα βλέμματα των υπόλοιπων ασθενών, προσπαθεί να την επαναφέρει σε τάξη κάνοντας της συνεχώς παρατηρήσεις. Είμαστε σίγουροι από την έκφραση του προσώπου της ότι θα προτιμούσε να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού και ότι της έχει ανατεθεί μεγάλη αγγαρεία. Τηλεφωνεί σε κάποιον, ίσως στον αδερφό της, να του υπενθυμίσει ότι άργησε και πρέπει να αλλάξουν βάρδιες. Η μητέρα ξεκινάει πάλι το κλάμα, «θες να με ξεφορτωθείς», της λέει, «αλλά μην ανησυχείς, θα πεθάνω και θα γλιτώσετε όλοι σας». Η κόρη εκνευρίζεται ακόμα περισσότερο, βγάζει από την τσέπη της το κινητό της τηλέφωνο και τραβάει τη μητέρα φωτογραφίες, ασουλούπωτη όπως είναι με την ρόμπα και με το μουσκεμένο χαρτομάντιλο στο χέρι. «Γιατί το κάνεις αυτό;», ρωτάει η μητέρα. «Για να σε θυμάμαι όταν πεθάνεις», απαντάει η κόρη, ενώ οι υπόλοιποι ασθενείς κοιταζόμαστε μεταξύ μας συνωμοτικά και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε και τι να πούμε, έτσι που είμαστε όλοι με τους ορούς, τις πατερίτσες και τα σωληνάκια. Η ώρα περνάει. Η κόρη βγαίνει έξω για τσιγάρο και όταν επιστρέφει βρίσκει τη μητέρα να κοιμάται στο παγκάκι του διαδρόμου του νοσοκομείου. Πηγαίνει κοντά της, της κρατάει το χέρι και της χαϊδεύει τα μαλλιά, δακρύζει και δεν ντρέπεται πια, ξαφνικά δεν υπάρχει σε όλο το νοσοκομείο κανένας άλλος εκτός από αυτές, δεν υπάρχει σε όλο τον κόσμο κανένας άλλος εκτός από αυτές…

           

Νωρίς το πρωί στο λεωφορείο της μεγάλης απόδρασης από το στρατόπεδο. Ως συνήθως η πλειοψηφία των επιβατών είναι ξένοι μετανάστες που πηγαίνουν ή γυρνούν από το μεροκάματο. Ο κόσμος πολύς και η ατμόσφαιρα αποπνικτική, οι τυχεροί επιβάτες κάθονται και οι πολλοί είμαστε όρθιοι, κρατιόμαστε από όπου μπορεί ο καθένας, ενώ η μπόχα του Ασπρόπυργου μας έχει αναγκάσει να κλείσουμε όλα τα παράθυρα και να παραδοθούμε στη μοίρα μας, κάνουμε ακροβατικά για να συνυπάρξουμε και ασκήσεις υπομονής για να επιβιώσουμε. Κάπου στα μισά της διαδρομής μία νεαρή μετανάστρια από την Αφρική χάνει τις αισθήσεις της και λιποθυμά, δεν υπάρχει όμως εκατοστό ελεύθερο μέσα στο λεωφορείο, κι έτσι δεν πέφτει κάτω. Την κρατάμε στα χέρια μας και την βάζουμε να καθίσει στη θέση που απρόθυμα της παραχωρεί κάποιος κύριος. Η νεαρή συνέρχεται σιγά σιγά και με σπαστά ελληνικά μας ευχαριστεί που την προσέξαμε, είναι ιδρωμένη και σοκαρισμένη, δεν έχει ακόμα καταλάβει τι συνέβη, ενώ από το πίσω μέρος του λεωφορείου έρχεται προς το μέρος μας μία ηλικιωμένη κυρία, δίνοντας μάχη για να περάσει ανάμεσα από τα ιδρωμένα σώματα. Φτάνει στο κάθισμα της μετανάστριας, γονατίζει και βγάζει από την τσάντα της ένα μαντηλάκι Hondos, σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπο της κι έπειτα της χαϊδεύει το μάγουλο για όλη την υπόλοιπη διαδρομή…

          

Η νοσοκόμα που με φρόντιζε τον τελευταίο καιρό δεν μπορούσε ποτέ να θυμηθεί το όνομα μου. «Εσύ με την μπλούζα Lost Drive», μου έλεγε κάθε φορά. «Last Drive», διόρθωνα εγώ, αλλά ποτέ δεν με πρόσεχε. Φαινόταν άνθρωπος που έχει δει πολλά στη δουλειά της και τίποτα δεν την σοκάρει, αντίθετα, με τα χρόνια έγινε ιδιαίτερα ανθεκτική στον πόνο των άλλων (αναρωτιόμουν αν κι αυτή έχει πονέσει ποτέ και αν την φρόντισε κανείς όταν το είχε ανάγκη). Τις μέρες που νοσηλεύτηκα στα νοσοκομείο μου έφερνε τα φάρμακα μου, μου άλλαζε ορούς και σωληνάκια, με θερμομετρούσε και έγραφε τακτικά την πρόοδο της υγείας μου σε αυτά τα ακαταλαβίστικα διαγράμματα που τοποθετούν στην άκρη του κρεβατιού. Εκείνες τις μέρες, και κυρίως τις νύχτες, δεν υπήρχε για ‘μένα πιο σημαντικός άνθρωπος στη γη. Αισθανόμουν γι’ αυτήν μία περίεργη αγάπη, γιατί τα βράδια που εγώ ψηνόμουν στον πυρετό και φοβόμουνα, ερχόταν στο δωμάτιο να δει αν είμαι καλά. Κι εγώ της έλεγα πάντα ότι είμαι καλά και ότι δεν πονάω, γιατί δεν ήθελα να την στεναχωρήσω. Της νοσοκόμας μου της αρέσει ο Ρέμος και κάθε φορά που την συναντούσα την άκουγα να μουρμουρίζει κρυφά και διαφορετικό τραγούδι του. Στην τελευταία μας συνάντηση συζητούσαμε για τον Υπουργό Άμυνας. «Πιο πολύ μου άρεσε ο προηγούμενος», μου είπε, «ένας ωραίος άντρας, ψηλός και με γκρίζα μαλλιά. Πέρυσι μας είχε φέρει και δώρα, μπουφάν και ρολόγια. Πως τον λέγανε, να δεις…α, ναι, Αβραμόπουλο!»

23 Σχόλια leave one →
  1. 24 Ιανουαρίου, 2010 12:29 μμ

    δεν μπορώ παρά να συγκινούμαι και να 🙂
    Όλα τα προσέχεις, όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου. Είναι συγκινητικό αυτό!

  2. 24 Ιανουαρίου, 2010 12:45 μμ

    Εδώ είσαι μπαλονάκι; Εσείς είστε συγκινητικές που μας υπενθυμίζετε την ανθρωπιά που φοβόμαστε να δείξουμε οι υπόλοιποι…

  3. 24 Ιανουαρίου, 2010 1:11 μμ

    μπαχαααχα! Ωραίο φινάλε είχε!

    Χάθηκες. Μη χάνεσαι.

  4. 24 Ιανουαρίου, 2010 1:28 μμ

    Κι εγώ που έλεγα ότι όλοι θα είναι κάπου έξω σήμερα και θα απολαμβάνουν τον καιρό…Πως να μην χάνομαι βρε ζεντ που δεν περνάει ο καιρός με τίποτα 😦

    (σούπερ τα εξουσιαστικά μεταλλαγμένα ζόμπι 🙂 )

  5. 24 Ιανουαρίου, 2010 2:49 μμ

    ξεκινησα την μερα μου διαβάζοντάς σε…
    γραφεις ομορφα

  6. rous permalink
    24 Ιανουαρίου, 2010 3:39 μμ

    omorfo, poli omorfo

  7. 24 Ιανουαρίου, 2010 4:48 μμ

    Silent Crossing or Silent Witness?
    Ωραίος, boy!

  8. 24 Ιανουαρίου, 2010 5:05 μμ

    😉

  9. 24 Ιανουαρίου, 2010 6:43 μμ

    @τσαρλατάνε πολύ σε ευχαριστώ! (τι θα κάναμε χωρίς αυτές, ε;)

  10. 24 Ιανουαρίου, 2010 6:44 μμ

    @rous σε ευχαριστώ επίσης και καλωσήρθες (!?)

  11. 24 Ιανουαρίου, 2010 6:46 μμ

    @antidrasex ο silent είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών! Για παράδειγμα, απόψε θα βγει για κοκτέηλ στο baba au rum (και ψάχνει και παρέα-γκούχου γκούχου)

  12. 24 Ιανουαρίου, 2010 6:47 μμ

    Εσύ ζεντ άσε τα χαμόγελα να δούμε πότε θα κατέβεις προς το νότο. Μαθαίνω ότι έχει πολύ κρύο στα βόρεια-μην μας πουντιάσεις κι όλας!

    🙂 🙂

  13. Post.Scriptum.Inter-Action. permalink
    24 Ιανουαρίου, 2010 9:51 μμ

    υπάρχει τέτοια έλλειψη φροντίδας (και νοιαξίματος για τον άλλο) που πραγματικά είναι συγκινητική αυτή η προσφορά, όταν τη συναντάμε. ακόμα και όταν πρόκειται για ανθρώπους που αντικειμενικά χρειάζονται φροντίδα, όπως εδώ (ηλικιωμένοι γονείς, μετανάστες, ασθενείς)

    …καλά στο είπε η νοσοκόμα…»lost drive».

    πολύ ωραίο το κείμενό σου (και η ματιά πίσω από αυτό που φαίνεται) silent, αλλά αυτή την τελευταία ανατριχιαστική λέξη τι την ήθελες; 🙂

  14. 24 Ιανουαρίου, 2010 10:45 μμ

    Κι εγώ της έλεγα πάντα ότι είμαι καλά και ότι δεν πονάω, γιατί δεν ήθελα να την στεναχωρήσω.

    Πόσα πράγματα συνοψίζονται εδώ..

    Lost.. γενικότερα. Όλοι μας ώρες ώρες.

    Όμορφο silentcrossing. Επιδέχεται πολλών αναγνώσεων.

    Kαλό σου βράδυ..

  15. 25 Ιανουαρίου, 2010 3:49 πμ

    Περαστικά σου silent! Αν και για να μπόρεσες να καθίσεις να γράψεις ένα τόσο ωραίο κείμενο μάλλον θα είσαι ήδη καλύτερα! (Στρατιωτικό νοσοκομείο, να υποθέσω, γι’αυτό κι η παρεξήγηση με τον Υπουργό Άμυνας; 😉 )

    Αν ήταν να βγάλω ένα συμπέρασμα θα έλεγα ότι (γενικεύοντας ίσως υπερβολικά) οι γυναίκες ακόμη και όταν φέρονται με σκληρότητα ή μια κάποια αφέλεια στο τέλος προκύπτουν πολύ πιο συγκροτημένες, ευαίσθητες και ώριμες από εμάς τους χαζομπουνταλάδες…

    ΥΓ. Μου είχες γράψει κάποια φορά κάτι περί κατοχής αυτόγραφου του Μεγάλου Δημητρίου – να της το πας δώρο! 😛

  16. 25 Ιανουαρίου, 2010 8:58 πμ

    @psi τελικά αν έπρεπε να αποδοθεί σωστά το νόημα και το πνεύμα της περίστασης, θα το ονομάζαμε «η κάτω βόλτα». Πουθενά δεν υπάρχει φροντίδα γαμώτο, και το προσέχει αυτό κανείς όταν και ο ίδιος έχει ανάγκη από αυτήν…

    (εξάλλου γι’ αυτά τα πράγματα δεν παλεύεις κι εσύ από το μπλογκ σου;)

    Κι επειδή το θέμα των νοσοκομείων επανερχόταν πολύ συχνά σε συζητήσεις που έκανα τον τελευταίο καιρό, αισθάνθηκα λύπηση, ντροπή και τρόμο για ανθρώπους που έχουν υποφέρει στοιβαγμένοι σε διαδρόμους και ράτζα νοσοκομείων (να μία εμπειρία που δεν θα ήθελα ποτέ να αποκτήσω…)

    Όσο για την τελευταία λέξη, μάλλον είναι το πεπρωμένο μας ότι ο ακατανόμαστος θα έχει πάντα…την τελευταία λέξη!

    (μπρρρρρ…)

  17. 25 Ιανουαρίου, 2010 9:09 πμ

    @κατερίνα καλη σου μέρα!

    Κάποτε είχα μεταφράσει ένα βιβλίο που μιλούσε για το πόσο θεραπευτική μπορεί να είναι η σχέση γιατρού-ασθενή. Τότε το θεώρησα ακόμα μία ακαδημαϊκή αρλούμπα για να γεμίζουν βιβλία, διαλέξεις και επιστημονικά περιοδικά.

    Στην πράξη όμως έτσι γίνεται πολλές φορές: θέλεις να γίνεις καλά γιατί αισθάνεσαι ότι το χρωστάς στο γιατρό σου ή στη νοσοκόμα σου που έχουν μοχθήσει για ‘σένα! Τουλάχιστον εγώ έτσι το αισθάνθηκα και τους το είπα 🙂

    Ή για να θέσω το θέμα σε επίπεδο μεταβιβάσεων. εννοείται ότι εκείνη την ώρα είναι ο μπαμπάς και η μαμά, που θα σου σβήσουν το βράδι το φως του δωματίου και που θα σε μαλώσουν κι όλας αν χρειαστεί για επικίνδυνες συμπεριφορές σου-και η σχέση αυτή δεν αλλάζει, ακόμα κι αν ο ασθενής είναι 50 ή 80 χρονών-οι ασθενείς είναι ανύμπορα παιδία!

    (και η φροντίδα είναι πάντα πολύ ευπρόσδεκτη 🙂 )

    Οι παραπάνω περιγραφές έχουν γίνει σπάνιες τελευταία, γι’ αυτό και πολύτιμες, νομίζω…

  18. 25 Ιανουαρίου, 2010 9:18 πμ

    @head καλημέρα και σε ‘σένα.

    Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέμπλεξα ακόμα-ευτυχώς- με όλους αυτούς…

    Ευχαριστώ για τα καλά λόγια, το κείμενο το έγραψα εντός των τειχών, υπό την επήρεια μιας γυναίκας που αγαπώ (θα γράψω γι’ αυτήν άμεσα)

    Σκέψου ότι ένιωσα τόσο καλά στο συγκεκριμένο νοσοκομείο, που όταν μας ήρθε για έφοδο ο άλλος ακατανόμαστος σχεδόν προσβλήθηκα που έκανε παρατήρηση στο προσωπικό! (δεν γράφω περισσότερα γιατί αποδεδειγμένα μπαίνουν και διάφορα τρωκτικά εδώ μέσα τελευταία 🙂 )

    Να ξέρεις πάντως ότι το «χαζομπουνταλάδες» με βρίσκει απολύτως σύμφωνο, με εξαίρεση βέβαια τις γυναίκες που εργάζονται για τον ελληνικό στρατό (άκαρδες, φοβισμένες και παντελώς ευνουχισμένες μην τυχόν και εκδηλώσουν το οποιοδήποτε συναίσθημα)

    🙂 🙂 🙂

    Και τέλος, όσο κι αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να αποκωδικοποιήσω τα περί Μεγάλου Δημητρίου-κάθε βοήθεια ευπρόσδεκτη!

  19. 25 Ιανουαρίου, 2010 10:56 μμ

    Εεε, αναφερόμουν σε αυτό (και σόρρυ για την αυτοαναφορικότητα)!

  20. 25 Ιανουαρίου, 2010 11:11 μμ

    Α, είπα κι εγώ, του ‘χω μιλήσει για τη συλλογή αυτογράφων μου; ψάρωσα πραγματικά γιατί αυτόγραφο του δημητρίου δεν έχω, διαθέτω όμως πολλά άλλα, από μια μεγάλη γκάμα καλλιτεχνών (γαρμπή, τερέζα κλπ.)

    μακάρι να είχα σκάνερ, θα έσκαγες από τη ζήλια σου χεντ!

    Μα τι λες τώρα, ήταν από τις καλύτερες αναρτήσεις σου αυτή με τα πατ πατ!

  21. 27 Ιανουαρίου, 2010 8:17 πμ

    συγκινητικό κι όμορφο 🙂

  22. 27 Ιανουαρίου, 2010 9:51 πμ

    @kihli καλωσήρθες και ευχαριστώ!
    (να ‘ξερες πόσο συμφωνώ με το μανταρίνι σου…)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: