Skip to content

Τα παιδιά του Αϊ-Βασίλη

29 Σεπτεμβρίου, 2009

calvinoΔεν υπάρχει εποχή του χρόνου πιο ευχάριστη και καλή για τον κόσμο της βιομηχανίας και του εμπορίου από τα Χριστούγεννα και τις προηγούμενες τους εβδομάδες. Από τους δρόμους κατεβαίνει ο τρεμουλιαστός ήχος της πίπιζας· και οι ανώνυμες εταιρείες, που μέχρι χτες υπολόγιζαν ψυχρά τα τιμολόγια και τα μερίσματα, ανοίγουν την καρδιά τους στα αισθήματα και το χαμόγελο. Τώρα η μόνη σκέψη των διοικητικών συμβουλίων είναι να προσφέρουν χαρά στον πλησίον τους, στέλνοντας δώρα, που συνοδεύονται από ευχετήρια μηνύματα, στις συνεργαζόμενες εταιρείες και στους ιδιώτες· κάθε εταιρεία νιώθει την υποχρέωση ν’ αγοράσει ένα μεγάλο στοκ από προϊόντα μιας δεύτερης εταιρείας, για να κάνει δώρα στις άλλες εταιρείες· οι οποίες, με τη σειρά τους, αγοράζουν από μια εταιρεία άλλα στοκ δώρων για τις υπόλοιπες· τα παράθυρα των γραφείων μένουν φωτισμένα ως αργά και ιδίως τα παράθυρα της αποθήκης, όπου το προσωπικό συνεχίζει τις υπερωρίες συσκευάζοντας δέματα και κασόνια· πίσω από τα θαμπωμένα τζάμια, στα πεζοδρόμια που καλύπτονται από ένα στρώμα πάγου, προχωρούν οι οργανοπαίχτες που κατέβηκαν απ’ τα σκοτεινά μυστηριώδη βουνά, στέκονται στα σταυροδρόμια του κέντρου, σαν έκθαμποι από τα πολλά φώτα, και με σκυμμένο το κεφάλι φυσούν τις πίπιζες τους· στον ήχο εκείνο καταλαγιάζουν οι σοβαρές αντιθέσεις των επιχειρηματιών και παραχωρούν τη θέση τους σ’ ένα νέο ανταγωνισμό: ποιος θα προσφέρει πιο χαριτωμένα το πιο λαμπρό και πρωτότυπο δώρο.

 

Τη χρονιά εκείνη το Γραφείο Δημοσίων Σχέσεων της Sbav πρότεινε να μοιραστούν κατ’ οίκον τα δώρα των πιο σημαντικών ανθρώπων από κάποιον που θα ντυνόταν Αϊ-Βασίλης.

 

Η ιδέα έτυχε της γενικής επιδοκιμασίας των ιθυνόντων. Αγόρασαν μια πλήρη εξάρτηση Αϊ-Βασίλη: λευκή γενειάδα, κόκκινο σκούφο και καζάκα με γούνινο στρίφωμα, ψηλές μπότες.

 

Άρχισαν να κάνουν πρόβες για να δουν σε ποιον υπάλληλο πήγαινε καλύτερα, μα άλλος ήταν πολύ κοντός και η γενειάδα σερνόταν καταγής, άλλος πολύ σωματώδης και δεν του χωρούσε η καζάκα, άλλος πού νέος κι άλλος τόσο γέρος, που δεν άξιζε τον κόπο να τον μακιγιάρουν.

 

Ενώ ο διευθυντής του Γραφείου Προσωπικού καλούσε άλλους πιθανούς Αϊ-Βασίληδες από τα διάφορα τμήματα, οι συγκεντρωμένοι ιθύνοντες προσπαθούσαν να βελτιώσουν την ιδέα: το Γραφείο Ανθρωπίνων Σχέσεων έλεγε ότι ο Αϊ-Βασίλης θα έπρεπε να παραδώσει και τα δώρα των αρχιτεχνιτών σε μια ομαδική γιορτή· το Γραφείο Εμπορίου ήθελε να τον βάλει να κάνει και ένα γύρο στα μαγαζιά· το Γραφείο Διαφήμισης ενδιαφερόταν για την προώθηση του ονόματος της εταιρείας, ίσως βάζοντας τον να κρατάει μια κλωστή με τέσσερα μπαλονάκια, όπου θα υπήρχαν τα γράμματα S, B, A, V.

 

Όλοι είχαν παρασυρθεί από την εύθυμη και φιλική ατμόσφαιρα που τύλιγε την εορταστική και παραγωγική πόλη· δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από το να νιώθεις να συρρέουν γύρω σου τα υλικά αγαθά και μαζί τους το καλό που ο καθένας επιθυμεί για τον πλησίον του· και αυτό, κυρίως αυτό- όπως θύμιζε ο ήχος, φιρουλί φιρουλί, από τις πίπιζες- είναι ό, τι έχει σημασία.

 

Στην αποθήκη κάθε αγαθό- υλικό και πνευματικό- περνούσε από τα χέρια του Μαρκοβάλντο ως εμπόρευμα προς φόρτωση ή εκφόρτωση. Και αυτός συμμετείχε στο γενικό εορτασμό όχι μόνο φορτώνοντας και ξεφορτώνοντας, αλλά και με τη σκέψη ότι στο βάθος αυτού του λαβυρίνθου με τα εκατοντάδες χιλιάδες δέματα τον περίμενε ένα δέμα ολόδικο του που του το είχε ετοιμάσει το Γραφείο Ανθρωπίνων Σχέσεων· κι ακόμα, υπολογίζοντας πόσα θα έπρεπε να πάρει στο τέλος του μήνα μαζί με το δέκατο τρίτο μισθό και τις υπερωρίες. Με τα λεφτά εκείνα θα μπορούσε να τρέξει κι αυτός στα μαγαζιά και ν’ αγοράσει, ν’ αγοράσει, ν’ αγοράσει για να χαρίσει, να χαρίσει, να χαρίσει, όπως επέβαλλαν τα βαθύτερα συναισθήματα του και τα γενικά συμφέροντα της βιομηχανίας του εμπορίου.

 

Ο διευθυντής του Γραφείου προσωπικού μπήκε στην αποθήκη με μια ψεύτικη γενειάδα στα χέρια:

 

-Έι, εσύ! Είπε στον Μαρκοβάλντο. Για δοκίμασε αυτή τη γενειάδα. Υπέροχα! Εσύ θα είσαι ο Αϊ-Βασίλης. Έλα επάνω, κάνε γρήγορα. Θα πάρεις ειδικό πριμ, αν κάνεις πενήντα κατ’ οίκον παραδόσεις τη μέρα.

 

Ο Μαρκοβάλντο, μεταμφιεσμένος σε Αϊ-Βασίλη, τριγύριζε στην πόλη πάνω στη σέλα ενός τρίκυκλου γεμάτου με πακέτα σε πολύχρωμα χαρτιά, δεμένα με ωραίες κορδέλες και στολισμένα με κλαδάκια γκι και ου. Η τζίβα της λευκής γενειάδας του έφερνε λίγη φαγούρα, αλλά ήταν χρήσιμη, γιατί του προστάτευε το λαιμό από τον αέρα.

 

Στο πρώτο του δρομολόγιο πήγε σπίτι του, διότι δεν άντεξε τον πειρασμό να κάνει έκπληξη στα παιδιά του. «Στην αρχή», σκέφτηκε, «δεν θα με γνωρίσουν. Έπειτα, όμως, γέλια που θα κάνουν!»

 

Τα παιδιά έπαιζαν στις σκάλες. Μετά βίας γύρισαν να τον κοιτάξουν:

 

-Γεια σου μπαμπά.

 

Ο Μαρκοβάλντο απογοητεύτηκε.

 

-Μα…δε βλέπετε πως έχω ντυθεί;

 

– Ε, πως αλλιώς να ντυθείς; είπε ο Πιετρούτσιο. Αϊ-Βασίλης δεν είσαι;

 

– Και με γνωρίσατε αμέσως;

 

– Σιγά το πράμα! Εδώ γνωρίσαμε τον κύριο Σιτζιμόντο που ήταν καλύτερα μασκαρεμένος από σένα!

 

– Και τον κουνιάδο της θυρωρίνας!

 

– Και τον μπαμπά των απέναντι διδύμων!

 

– Και τον θείο της Ερνεστίνας, με τις κοτσίδες!

 

– Και ήταν όλοι ντυμένοι Αϊ-Βασίληδες; Ρώτησε ο Μαρκοβάλντο και η απογοήτευση στη φωνή του δεν οφειλόταν μόνο στην αποτυχία της έκπληξης που είχε ετοιμάσει για την οικογένεια του, αλλά και στο ότι ένιωθε πως είχε κατά κάποιο τρόπο θιγεί το κύρος της εταιρείας.

 

– Βέβαια, ολόιδιοι μ’ εσένα, ουφ πια, απάντησαν τα παιδιά, Αϊ-Βασίληδες, όπως συνήθως, με ψεύτικα γένια.

 

Και γυρίζοντας του την πλάτη, αφοσιώθηκαν και πάλι στα παιχνίδια τους.

 

Φαίνεται ότι α Γραφεία Δημοσίων Σχέσεων πολλών εταιρειών είχαν ταυτόχρονα την ίδια ιδέα· και είχαν στρατολογήσει μεγάλο αριθμό ανθρώπων, κυρίως ανέργους, συνταξιούχους και υποαπασχολούμενους, για να τους φορέσουν την κόκκινη καζάκα και την μπαμπακένια γενειάδα. Τα παιδιά, αφού στην αρχή διασκέδασαν αναγνωρίζοντας, κάτω απ’ αυτή τη μεταμφίεση, γνωστούς και γείτονες, μετά από λίγο συνήθισαν και δεν έδιναν πια καμία σημασία.

 

Θα ‘λεγε κανείς ότι είχαν παθιαστεί με το παιχνίδι που έπαιζαν. Είχαν μαζευτεί στο κεφαλόσκαλο και κάθονταν σε κύκλο.

 

– Μπορώ να μάθω τι σκαρώνετε; Ρώτησε ο Μαρκοβάλντο.

 

– Άσε μας ήσυχους, μπαμπά, πρέπει να ετοιμάσουμε τα δώρα.

 

– Δώρα για ποιόν;

 

– Για ένα φτωχό παιδάκι. Πρέπει να βρούμε ένα φτωχό παιδάκι και να του κάνουμε δώρα.

 

– Και ποιος σας το ‘πε;

 

– Το λέει το αναγνωστικό.

 

Ο Μαρκοβάλντο ετοιμαζόταν να πει: «Εσείς είστε τα φτωχά παιδάκια!», όμως την εβδομάδα εκείνη είχε συνηθίσει τόσο να θεωρεί τον εαυτό του κάτοικο της Χώρας της Αφθονίας, που όλοι αγόραζαν, απολάμβαναν κι έκαναν δώρα, που του φάνηκε άπρεπο να μιλήσει για φτώχεια και προτίμησε να δηλώσει:

 

– Δεν υπάρχουν πια φτωχά παιδάκια!

 

Ο Μικελίνο σηκώθηκε και ρώτησε:

 

– Γι’ αυτό δεν μας φέρνεις δώρα, μπαμπά;

 

Ο Μαρκοβάλντο ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται.

 

– Τώρα πρέπει να πάω να βγάλω λίγα παραπάνω λεφτά, είπε βιαστικά, κι έπειτα θα σας φέρω δώρα.

 

– Πως θα βγάλεις λεφτά; Ρώτησε ο Φιλιππέτο.

 

– Κουβαλώντας δώρα, έκανε ο Μαρκοβάλντο.

 

– Σ’ εμάς;

 

– Όχι, στους άλλους.

 

– Γιατί όχι σ’ εμάς; Θα τέλειωνες πιο γρήγορα…

 

Ο Μαρκοβάλντο προσπάθησε να εξηγήσει:

 

– Διότι εγώ δεν είμαι ο Αϊ-Βασίλης των Ανθρωπίνων Σχέσεων: είμαι ο Αϊ-Βασίλης των Δημοσίων Σχέσεων. Καταλάβατε;

 

– Όχι.

 

– Υπομονή.

 

Επειδή, όμως, ήθελε να τους συγχωρεθεί κατά κάποιο τρόπο το ότι είχε έρθει με άδεια χέρια, σκέφτηκε να πάρει μαζί του τον Μικελίνο στη διανομή δώρων.

 

– Αν είσαι φρόνιμος, μπορείς να έρθεις και να δεις τον μπαμπά σου που θα μοιράζει δώρα στον κόσμο, είπε καβαλώντας τη σέλα του τρίκυκλου.

 

– Πάμε, μπορεί να βρω κάνα φτωχό παιδάκι, είπε ο Μικελίνο και, πηδώντας επάνω, γραπώθηκε στην πλάτη του μπαμπά του.

 

Στους δρόμους της πόλης ο Μαρκοβάλντο συναντούσε συνέχεια Αϊ-Βασίληδες, ασπροκόκκινους και ολόιδιους μ’ αυτόν, που οδηγούσαν φορτηγάκια ή τρίκυκλα ή άνοιγαν τις πόρτες των καταστημάτων στους φορτωμένους πακέτα πελάτες ή τους βοηθούσαν να κουβαλήσουν τα ψώνια τους μέχρι το αυτοκίνητο. Κι όλοι αυτοί οι Αϊ-Βασίληδες είχαν ύφος σοβαρό και πολυάσχολο σαν να ήταν υπεύθυνοι για τη συντήρηση της τεράστιας μηχανής των Εορτών.

 

Κι ο Μαρκοβάλντο, ολόιδιος με τους άλλους, έτρεχε από τη μία διεύθυνση του καταλόγου στην άλλη, κατέβαινε από τη σέλα, ανακάτευε τα πακέτα της καρότσας, έπαιρνε ένα, το έδινε σ’ αυτόν που του άνοιγε την πόρτα, λέγοντας τη φράση «Η Sbav σας εύχεται Καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένο τον καινούργιο χρόνο» και έπαιρνε το φιλοδώρημα.

 

Το φιλοδώρημα αυτό ήταν μερικές φορές γενναίο και ο Μαρκοβάλντο θα ήταν ικανοποιημένος, αν δεν του έλειπε κάτι. Κάθε φορά, προτού να χτυπήσει μια πόρτα μαζί με τον Μικελίνο, χαιρόταν περιμένοντας την έκπληξη αυτού που θ’ άνοιγε και θα έβλεπε μπροστά του τον Αϊ-Βασίλη αυτοπροσώπως· περίμενε χαρές, περιέργεια, ευγνωμοσύνη. Και κάθε φορά τον υποδέχονταν σαν τον ταχυδρόμο που φέρνει κάθε μέρα την εφημερίδα.

 

Χτύπησε την πόρτα ενός πλουσιόσποιτου. Του άνοιξε μια γκουβερνάντα.

 

– Α, κι άλλο πακέτο. Από πού είναι;

 

– Η Sbav σας εύχεται…

 

– Εντάξει, ελάτε από ‘δω, και οδήγησε τον Αϊ-Βασίλη σ’ ένα διάδρομο όλο ταπετσαρίες, χαλιά και βάζα από μαγιόλικα. Ο Μικελίνο με γουρλωμένα μάτια ακολουθούσε τον πατέρα του.

 

Η γκουβερνάντα άνοιξε μια κρυστάλλινη πόρτα. Μπήκαν σ’ ένα δωμάτιο με ψηλό ταβάνι, τόσο ψηλό, που χωρούσε ολόκληρο έλατο μέσα του. Ήταν ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που έλαμπε από γυάλινες μπάλες σ’ όλα τα χρώματα, ενώ στα κλαδιά του κρέμονταν δώρα και κάθε είδους γλυκά. Στο ταβάνι υπήρχαν βαριοί κρυστάλλινοι πολυέλαιοι και τα ψηλότερα κλαδιά ου έλατου μπλέκονταν στ’ αστραφτερά τους κρύσταλλα. Πάνω σ’ ένα μεγάλο τραπέζι υπήρχαν κρύσταλλα, ασημικά, κουτιά με ζαχαρωτά και κιβώτια με μπουκάλια. Τα παιχνίδια, πεταμένα σ’ ένα μεγάλο χαλί, ήταν τόσα πολλά, σαν σε κατάστημα παιχνιδιών, και κυρίως περίπλοκες ηλεκτρονικές συσκευές και μοντέλα διαστημόπλοιων. Σε μια αδειανή γωνιά του χαλιού ήταν ένα παιδί γύρω στα εννιά, ξαπλωμένο μπρούμυτα, με ύφος κατσούφικο και βαριεστημένο. Ξεφύλλιζε ένα εικονογραφημένο βιβλίο, λες και όλα όσα ήταν γύρω του δεν τον αφορούσαν.

 

– Τζιανφράνκο, δες Τζιανφράνκο, είπε η γκουβερνάντα, βλέπεις που ο Αϊ-Βασίλης ξαναγύρισε κι έφερε κι άλλο δώρο;

 

– Τριακόσια δώδεκα, αναστέναξε το παιδί, χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το βιβλίο. Βάλτε το εκεί.

 

– Είναι το τριακοσιοστό δωδέκατο δώρο που έρχεται, είπε η γκουβερνάντα. Ο Τζιανφράνκο είναι καταπληκτικός, κρατάει λογαριασμό, δεν του ξεφεύγει ούτε ένα, το μεγάλο το πάθος είναι να μετράει.

 

Ο Μαρκοβάλντο κι ο Μικελίνο έφυγαν από το σπίτι πατώντας στις μύτες των ποδιών.

 

– Μπαμπά, αυτό το παιδί είναι φτωχό παιδάκι; Ρώτησε ο Μικελίνο.

 

Ο Μαρκοβάλντο είχε βαλθεί να ταχτοποιεί το φορτίο του τρίκυκλου και δεν απάντησε αμέσως. Μια στιγμή αργότερα, όμως, έσπευσε να διαμαρτυρηθεί:

 

– Φτωχό; Τι είν’ αυτά που λες; Ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας του; Είναι ο πρόεδρος της Ένωσης Αυξήσεων Χριστουγεννιάτικων Πωλήσεων! Ο κύριος…

 

Σταμάτησε γιατί δεν έβλεπε τον Μικελίνο.

 

– Μικελίνο! Μικελίνο! Που είσαι;

 

Είχε εξαφανιστεί.

 

«Κοίτα να δεις που θα είδε κανέναν άλλο Αϊ-Βασίλη στο δρόμο, θα μπερδεύτηκε και θα τον πήρε από πίσω…» Ο Μαρκοβάλντο συνέχισε το γύρο του, μα ήταν λιγάκι ανήσυχος και δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στο σπίτι.

 

Στο σπίτι βρήκε το Μικελίνο μαζί με τ’ αδέρφια του, φρόνιμο σαν αρνάκι.

 

– Για λέγε, εσύ: που πήγες και χάθηκες;

 

– Ήρθα στο σπίτι να πάρω τα δώρα…Ναι, τα δώρα για εκείνο το φτωχό παιδάκι…

 

– Ε, ποιο;

 

– Εκείνο που ήταν τόσο στεναχωρημένο…εκείνο στη βίλα με το χριστουγεννιάτικο δέντρο…

 

– Εκείνο; Μα τι δώρα μπορούσες να κάνεις εσύ σ’ εκείνο;

 

– Α, τα ετοιμάσαμε μια χαρά…τρία δώρα τυλιγμένα σε ασημόχαρτο.

 

Μπήκαν στη μέση τα’ αδελφάκια του.

 

– Πήγαμε όλοι μαζί και του τα δώσαμε! Που να ‘βλεπες χαρά που έκανε!

 

– Ναι με τα δώρα μας…Έτρεξε αμέσως να σκίσει το χαρτί και να δει τι ήταν…

 

– Και τι ήταν;

 

– Το πρώτο ήταν ένα σφυρί: εκείνο το μεγάλο, στρογγυλό, ξύλινο σφυρί…

 

– Κι εκείνο;

 

– Πηδούσε από τη χαρά του! Το άρπαξε και άρχισε να το χρησιμοποιεί!

 

– Πως;

 

– Έσπασε όλα τα παιχνίδια! Και όλα τα κρύσταλλα! Έπειτα πήρε το δεύτερο δώρο…

 

– Τι ήταν;

 

– Μια σφεντόνα. Έπρεπε να τον δεις πόσο ευχαριστήθηκε…Έσπασε όλες τις γυάλινες μπάλες του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Κι έπειτα έσπασε τους πολυελαίους…

 

– Φτάνει, φτάνει, δεν θέλω ν’ ακούσω άλλο! Και…το τρίτο δώρο;

 

– Δεν είχαμε πια τίποτα να του χαρίσουμε κι έτσι τυλίξαμε στο ασημόχαρτο ένα πακέτο σπίρτα απ’ αυτά της κουζίνας. Αυτό το δώρο του άρεσε πιο πολύ απ’ όλα. Έλεγε: «Δε μ’ αφήνουν ποτέ να πιάσω σπίρτα». Άρχισε να τα’ ανάβει και…

 

– Και;…

 

– …έβαλε παντού φωτιά!

 

Ο Μαρκοβάλντο τραβούσε τα μαλλιά του.

 

– Πάει, καταστράφηκα!

 

Την επόμενη μέρα, όταν παρουσιάστηκε στη δουλειά, ένιωθε τη θύελλα να πυκνώνει γύρω του. Μάνι μάνι ξαναντύθηκε Αϊ-Βασίλης, φόρτωσε στο τρίκυκλο τα πακέτα που έπρεπε να παραδώσει, απορώντας που κανείς ακόμα δεν του είχε πει τίποτα, όταν είδε να έρχονται προς το μέρος του τρεις προϊστάμενοι, αυτός των Δημοσίων Σχέσεων, ο άλλος της Διαφήμισης και ο τρίτος του Γραφείου Εμπορίου.

 

– Αλτ! Του είπαν. Ξεφόρτωσε τα όλα αμέσως!

 

«Τώρα μάλιστα!» σκέφτηκε ο Μαρκοβάλντο και ήδη έβλεπε τον εαυτό του άνεργο.

 

– Γρήγορα! Πρέπει ν’ αντικαταστήσουμε τα πακέτα! Είπαν οι προϊστάμενοι. Η Ένωση Αυξήσεων Χριστουγεννιάτικων Πωλήσεων ξεκίνησε μια εκστρατεία για τη διάδοση του Καταστρεπτικού Δώρου!

 

– Έτσι ξαφνικά…σχολίασε ένας τους. Θα μπορούσαν να το σκεφτούν νωρίτερα…

 

– Πρόκειται για μια ξαφνική ανακάλυψη του προέδρου, εξήγησε ένας άλλος. Νομίζω ότι το παιδί του πήρε κάτι υπερμοντέρνα δώρα, μάλλον γιαπωνέζικα, και για πρώτη φορά το είδε να διασκεδάζει…

 

– Αυτό που έχει σημασία, πρόσθεσε ο τρίτος, είναι ότι το Καταστρεπτικό Δώρο χρησιμεύει για να καταστρέφει κάθε είδους αντικείμενα: ό, τι χρειαζόμαστε για να επιταχύνουμε το ρυθμό κατανάλωσης και ν’ αναζωογονήσουμε το εμπόριο…Τα πάντα γίνονται ταχύτατα και είναι στο χέρι ενός παιδιού…Ο πρόεδρος της Ένωσης είδε ν’ ανοίγονται νέοι ορίζοντες και στον έβδομο ουρανό του ενθουσιασμού του…

 

– Μα αυτό το παιδί, ρώτησε ο Μαρκοβάλντο με φωνή που μόλις ακουγόταν, κατάστρεψε στ’ αλήθεια πολλά πράγματα;

 

– Είναι δύσκολο να υπολογιστούν οι ζημιές, έστω και κατά προσέγγιση, διότι το σπίτι πήρε φωτιά…

 

Ο Μαρκοβάλντο βγήκε στο δρόμο, που φωτιζόταν σαν να ‘ταν νύχτα, γεμάτο μαμάδες, παιδιά, θείους, παππούδες, πακέτα, μπαλόνια, ξύλινα αλογάκια, χριστουγεννιάτικα δέντρα, Αϊ-Βασίληδες, κοτόπουλα, γαλοπούλες, τσουρέκια, μποτίλιες, οργανοπαίχτες, καπνοδοχοκαθαριστές και καστανάδες που έριχναν ταψιά με κάστανα πάνω στο πυρωμένο μαύρο μαγκάλι.

 

Και η πόλη έμοιαζε μικρότερη, κλεισμένη σε μια φωτεινή λήκυθο, θαμμένη στη σκοτεινή καρδιά ενός δάσους ανάμεσα στους αιωνόβιους κορμούς των καστανιών και στον απέραντο μανδύα του χιονιού. Από κάποια μεριά του σκοταδιού ακουγόταν το ουρλιαχτό του λύκου· οι λαγοί είχαν τη φωλιά τους θαμμένη μες στο χιόνι, στ ζεστή κόκκινη γη, κάτω από ένα στρώμα καστανόφλουδες.

 

Ένας άσπρος λαγός βγήκε στο χιόνι, κούνησε τα αυτιά του κάτω από το φεγγάρι, μα ήταν άσπρος και δε φαινόταν, ήταν σαν να μη βρισκόταν εκεί. Μόνο τα ποδαράκια του άφηναν ανάλαφρα ίχνη στο χιόνι, σαν φυλλαράκι τριφυλλιού. Ούτε κι ο λύκος φαινόταν, γιατί ήταν μαύρος και κρυβόταν μες στο μαύρο σκοτάδι του δάσους. Μόνο όταν άνοιγε το στόμα του, φαίνονταν τα λευκά μυτερά του δόντια.

 

Υπήρχε ένα όριο όπου τέλειωνε το κατάμαυρο δάσος και άρχιζε το κάτασπρο χιόνι. Από τη μία έτρεχε ο λαγός κι από την άλλη ο λύκος.

 

Ο λύκος έβλεπε πάνω στο χιόνι τα χνάρια του λαγού και τα’ ακολουθούσε, μα πάντα κρατιόταν στο σκοτάδι για να μην φανερωθεί. Ο λαγός θα έπρεπε να είναι στο σημείο όπου σταματούσαν τα αποτυπώματα και ο λύκος βγήκε από το σκοτάδι, άνοιξε το κόκκινο στόμα και τα κοφτερά δόντια του και δάγκωσε τον αέρα.

 

Ο λαγός βρισκόταν λίγο παρακεί, αόρατος· έτριψε το αυτί με το ποδαράκι του και έφυγε πηδώντας.

 

Εδώ είναι; Εκεί είναι; Όχι, μήπως είναι λίγο πιο εκεί;

 

Έβλεπες μόνο την απεραντοσύνη του χιονιού, λευκή όπως αυτή η σελίδα.

 

Από το μυθιστόρημα του Italo Calvini ΜΑΡΚΟΒΑΛΝΤΟ ή Οι εποχές στην πόλη (μτφ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδ. Καστανιώτη).

No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: