Skip to content

Το άγημα

22 Σεπτεμβρίου, 2009

5412_1131621862746_1593240053_334190_2121859_n

  

Πρωί πρωί μας κάλεσαν να πάμε ως άγημα στην κηδεία ενός αξιωματικού. Δεν ξέρω αν είναι σύμπτωση ή το κάνουν για να μας εκνευρίσουν ακόμα περισσότερο, αλλά από τότε που κατατάγηκα στο Πολεμικό Ναυτικό όλοι πεθαίνουν. Κελευστές, ανθυπασπιστές, ναύαρχοι, όλοι. Λες και το κάνουν εναντίον μας. Τέλος πάντων, βάλαμε τις καλές μας τις στολές, πήραμε όπλα και ξιφολόγχες και ξεκινήσαμε πρόβα για να μην τους κάνουμε πάλι ρεζίλι. Μετά από καμιά 30αριά επ’ ώμου αρμ και μερικές προσοχές, ο υπεύθυνος αποφάσισε ότι ήμασταν έτοιμοι για την κηδεία. Η μπάντα του ναυτικού, σαν έτοιμη από καιρό, είχε ήδη καταφτάσει και όλοι επιβιβαστήκαμε στο πούλμαν για το ταξίδι που δεν έχει γυρισμό.

 

Φτάσαμε στο νεκροταφείο λίγο μετά την νεκρώσιμη ακολουθία. Παραταχθήκαμε σε δύο γραμμές, ενώ η μπάντα ξεκίνησε να παίζει μία εμβληματική και συνάμα πένθιμη μπαλάντα. Στο βάθος, πάνω από ένα μνήμα μαζεμένοι οι συγγενείς του εκλιπόντος πενθούσαν τη ζωή που χάθηκε. Ο υπεύθυνος μας παρέταξε σε θέση παρέλασης και με εν-δυο φτάσαμε στο μνήμα. Εκεί κάναμε το γνωστό σόου που γνωρίζουμε πια καλά, γιατί, όπως είπα, τελευταία έχουν πεθάνει πολλά μέλη του Πολεμικού Ναυτικού. Η μπάντα ήχησε τον εθνικό ύμνο και οι υπόλοιποι, πάντα σε θέση προσοχής, σηκώσαμε τα όπλα και περιμέναμε να δοθεί το σύνθημα για το ηρωικό και ύστατο πολεμικό χαίρε. Που δεν άργησε να έρθει. Ο ήχος από τα όπλα έσχισε την ησυχία του βροχερού απογεύματος, αντιλαλώντας μέσα από τα δέντρα του νεκροταφείου, ενώ οι συγγενείς τεθλιμμένοι αλλά και περήφανοι κράτησαν ενός λεπτού σιγή για το αγαπημένο πρόσωπο.

 

Ύστερα ο υπεύθυνος κατέθεσε στεφάνι εκ μέρους του Πολεμικού Ναυτικού. Καθώς πλησίαζε προς το μνήμα, όλοι γύρω σκίρτησαν από το παράστημα και την ανδρεία του. Ακουμπώντας το στεφάνι, συλλυπήθηκε τη χήρα του αξιωματικού κι έκανε να φύγει, πάντα καμαρωτός και ευθυτενής, όπως αρμόζει σε όλους τους φρουρούς της πατρίδας.

 

Εκείνα τα κρίσιμα δευτερόλεπτα, στρίβοντας με χάρη και δεξιοτεχνία τον κορμό του, φιγούρα που σίγουρα είχε δοκιμάσει μπροστά στον καθρέφτη του εκατοντάδες φορές στο παρελθόν, το μάτι του έπεσε στη φωτογραφία του μνήματος. Και ήταν ακριβώς εκείνα τα δευτερόλεπτα που ο υπεύθυνος μας σίγουρα ευχήθηκε να βρισκόταν ο ίδιος στο μνήμα, αφού στη φωτογραφία δεν ήταν κάποιος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού (αυτός κείτονταν 10 μνήματα πιο κάτω), αλλά μια γριούλα, οι συγγενείς της οποίας απορούσαν με ειλικρίνεια για την παρουσία μας.

 

Αμέσως μας δόθηκε σήμα να επιταχύνουμε και να φύγουμε το συντομότερο δυνατό, πριν μαθευτεί παντού η φριχτή αυτή παρεξήγηση. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πίσω από ένα δέντρο, εμφανίστηκε μία μεσόκοπη κυρία παρακείμενου μνήματος, που, κραδαίνοντας ένα 50ευρο ζήτησε στον υπεύθυνο μας να παίξει η μπάντα και για το δικό της τεθνεώτα, πάει χρόνια αυτός, που πολέμησε στον πόλεμο του ’40. Τόσο τρέξιμο είχα χρόνια να ρίξω…

10 Σχόλια leave one →
  1. 22 Σεπτεμβρίου, 2009 3:14 μμ

    Χαχαχαχα! είχα να μπω μερικές μέρες, και μου έφτιαξε το κέφι.
    (το άλλο με τα cookies, επίσης)

  2. 22 Σεπτεμβρίου, 2009 3:25 μμ

    Σε ευχαριστώ δύτη! Αυτά να τα βλέπει το μπαλόνι που με λέει μοιραλάτρη και γρουσούζη…

  3. 22 Σεπτεμβρίου, 2009 8:29 μμ

    ένας εσύ κι άλλος ένας ο Τζαβέλας στο «η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα» με την χήρα του Δημητράκη.

    και τι είναι ο άνθρωπος…, ένα τίποτα είναι ο άνθρωπος…
    [ ο στρατός να δεις τι είναι… τι είναι… , αχ, εδώ το ‘χω…]

  4. 23 Σεπτεμβρίου, 2009 10:18 πμ

    εγώ και η χήρα του δημητράκη; μιλάς με αινίγματα συκοφάγε!

    όσο για το στρατό, ένα τίποτα είναι κι αυτός, με πολλά μηδενικά στο ανθρώπινο δυναμικό, αλλά και στους τραπεζικούς λογαριασμούς…

  5. 23 Σεπτεμβρίου, 2009 11:02 πμ

    Δεν σου είπα «ένας εσύ κι άλλη μία η χήρα», αλλά «ένας εσύ κι άλλος ένας ο Τζαβέλας στο[ …κλπ κλπ]».

    Αλλά, ναι, αινιγματικό ακουγεται, επεξηγώ λοιπόν:

    στην ταινία αυτήν ο Τζαβέλας δίνει μια εξαιρετική σκηνή σε νεκροταφείο [επικήδειοι, θρηνος της χήρας, λοιπά κοσμικά, κλπ], όπου αναδεικνύεται το σύνθετο στοιχείο τέτοιων στιγμών, δλδ το τραγικό και το κωμικό. Στη δε σκηνή με τη χήρα που σπαράσσει πάνω από το μνημα με το «δεν το έφαγες το αρνί, δημητράκη μου, το αρνί σε εφαγεεεεεεε!», διαπιστώνεις αυτό που ο Μπωτλαίρ [συνοπτικά παραθέτω] λεει στο δοκίμιό του για το γέλιο [κλικ, παρακαλώ] : μπροστά σε μια σκηνή πόνου ένας άγγελος θα πονέσει, ένας σοφός θα συνοφρυωθεί, ολοι οι υπόλοιποι θα γελάσουμε (διότι αυτό μας πείθει για την ανωτερότητά μας, αφού δεν έιμαστε στη θέση του άλλου). Ετσι ο πόνος είναι κάτι πολύ περισσότερο από το σκέτο ανάμεσα σε αυτόν ή αυτό που το προκάλεσε και σε αυτόν που τον βιώνει.

    Εν ολίγοις [αν και το πάω μέσω Λαμίας], έδωσες μια υπέροχη τοιχογραφία περι πόνου, ίδια με εκεινη του Τζαβέλα. Θα έλεγα ένα ταμπλό βιβάν.

  6. Post.Scriptum.Inter-Action. permalink
    23 Σεπτεμβρίου, 2009 8:35 μμ

    ούτε να πεθάνεις με την ησυχία σου δεν μπορείς, με αυτούς τους ναύτες 🙂

    • 23 Σεπτεμβρίου, 2009 8:48 μμ

      ούτε να παιανίσεις με την ησυχία σου με αυτούς τους νεκρούς μπορείς.

      σκατοζωή …
      [και παλιοχαρακτήρες]

      • Post.Scriptum.Inter-Action. permalink
        23 Σεπτεμβρίου, 2009 9:04 μμ

        χα χα, είναι και αυτό μια (άλλη) άποψη, αλλά το είπα θεωρώντας ότι το νεκροταφείο είναι χώρος των νεκρών.

        αν ο νεκρός πήγαινε και χωνόταν κάτω από το χώμα του στρατοπέδου θα ήταν αλλιώς (και θα υποστήριζα τους ναύτες).

        επίσης, επειδή είναι πιο πιθανό να είμαι κάποια στιγμή νεκρός παρά ναύτης …τους καλοπιάνω

  7. 23 Σεπτεμβρίου, 2009 9:43 μμ

    @συκοφάγε σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, αλλά αδικείται ο Τζαβέλας από την σύγκριση 🙂

    …και εξαιρετικά χρήσιμος ο Μπωτλαίρ, όπως πάντα, ας φέρω και τον άλλο καταραμένο, τον Σοπενάουερ, στην παρέα (αν και καθόλου δεν το πήγαινα προς τα ‘κει):

    Μήπως φοβόμαστε τον θάνατο επειδή είναι κάτι ξένο και ανοίκειο; Αν είναι έτσι, ο Σοπενάουερ επιμένει ότι σφάλλουμε, γιατί ο θάνατος είναι πολύ πιο οικείος απ’ όσο συνήθως νομίζουμε. Όχι μόνο παίρνουμε καθημερινά μια γεύση του του στον ύπνο μας ή σε καταστάσεις αναισθησίας, αλλά και, πριν υπάρξουμε, διασχίσαμε όλοι μια αιωνιότητα ανυπαρξίας.
    Μήπως φοβόμαστε το θάνατο επειδή είναι κακός; (Σκεφτείτε την ανατριχιαστική του εικονογραφία). Κι εδώ επμένει ότι κάνουμε λάθος: «Είναι παράλογο να θεωρούμε την ανυπαρξία κακό: γιατί κάθε κακό, όπως και κάθε καλό, προυποθέτει την ύπαρξη και τη συνειδητότητα.. είναι προφανές ότι το να χάσεις κάτι που δεν χάνεται δεν είναι κακό». Και μας ζητάει να μην ξεχνάμε ότι η ζωή είναι οδύνη, ότι η ίδια είναι ένα κακό. Αφού είναι έτσι, πώς είναι κακό να χάνεις κάτι κακό; Ο θάνατος, λέει, πρέπει να θεωρείται ευτύχημα, απελευθέρωση από την αμείλικτη αγωνία των διπόδων για την ύπαρξη. «Πρέπει να τον καλωσορίζουμε σαν ένα ποθητό και ευτυχές γεγονός αντί, όπως συμβαίνει συνήθως, να τον φοβόμαστε και να τρέμουμε στη θέα του»….

    (Απόσπασμα από το βιβλίο του IRVIN D. YALOM: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΠΕΝΑΟΥΕΡ)

    σκατοζωή, δε λες τίποτα…

  8. 23 Σεπτεμβρίου, 2009 9:49 μμ

    @psi σε διαβεβαιώ ότι οι ναύτες δεν φταίνε σε τίποτα (λίγο αδέξιοι είναι μόνο), άλλοι τους βάζουν να κάνουν όλα αυτά τα χαζά.

    Μετά κι από αυτό το συμβάν πάντως έχουμε ακόμα ένα επιχείρημα υπέρ της κατάργησης του ελληνικού στρατού!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: