Skip to content

Η κατάρρευση

5 Ιουλίου, 2009

Δεν ξέρω τι έφταιξε. Ίσως οι ιστορίες που έλεγε ο παππούς από το βουνό και δάκρυζε, ίσως τα κλάματα της γιαγιάς κάθε φορά που άκουγε τον εθνικό ύμνο, ίσως το λίγο παραπάνω κρασί που είχε πιει ο μπαμπάς το βράδυ που έγινε η σύλληψη μου.

 

Απ’ όταν μάλιστα ανακάλυψα το πρόβλημα με την καρδιά μου, η συμπεριφορά μου χαρακτηρίζεται από έναν περίεργο συνδυασμό φόβου, επιφυλακτικότητας, ξεσπασμάτων τύπου «στ’ αρχίδια μου, ας γίνει ό, τι θέλει» και πάλι φόβου.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι, έχοντας πια ξεπεράσει τα τριάντα, ο ψυχικός μου κόσμος είναι μια πολυώροφη οικοδομή με χάρτινα θεμέλια, έτοιμη να καταρρεύσει με το πρώτο φύσημα. Τώρα πια είναι αργά να την γκρεμίσω και να την ξαναχτίσω από την αρχή. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να χτίσω κάτι γύρω-γύρω για να την προστατεύσω. Έτσι συμφώνησα με μια κατασκευαστική εταιρία να μου χτίσουν γύρω-γύρω ένα τείχος από συμπαγή κυνισμό για να προστατευτώ από την καθημερινή μιζέρια, δυστυχία και αδικία που τα κανάλια έχουν μετατρέψει σε ένα ακόμα ρεπορτάζ, αλλά ο κόσμος που τη βιώνει συνεχίζει να υποφέρει και μετά το τέλος του δελτίου ειδήσεων.

 

Ο εργολάβος της κατασκευαστικής ήταν ένας κωλοπαιδαράς με ύφος «γαμάω», από αυτούς που ευχαρίστως θα άρχιζα να δέρνω σήμερα και θα σταματούσα το Πάσχα του 2009. Κρίμα που α) είμαι κατά της βίας, β) το κορμί μου είναι ένας ζωντανός φόρος τιμής στο παλιό καλό Στάθη Ψάλτη, γ) λες γι’ αυτό να είμαι κατά της βίας;… κατ’ ανάγκην;… ρε πούστη, τι προβληματισμός…

 

Τέλος πάντων, ο εργολάβος δεν ήταν πολύ έξυπνος, δεν ήταν αρκούντως όμορφος, είχε και δεν είχε γκόμενα, πάντως ο πατέρας του είχε τσιμεντώσει τη μισή Αθήνα και είχε βγάλει πολλά φράγκα και τώρα ο junior έβγαζε το κόμπλεξ του για τα τρία πρώτα, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι και λέγοντας φράσεις του τύπου «εγώ θα πω την τελευταία κουβέντα σ’ αυτό το θέμα», σκίζοντας χωρίς έλεος όλα τα καλσόν σε περίμετρο τουλάχιστον δύο χιλιομέτρων γύρω από το γραφείο του.

 

«Τι να σου κάνω, ρε πούστη, που έχω την ανάγκη σου», μουρμούρισα, υπέγραψα το εργολαβικό συμβόλαιο και ευχήθηκα ολόψυχα να χωρέσουν όλα τα λεφτά στον κώλο του, ούτε ευρώ να μην περισσέψει.

 

Μου χτίσανε λοιπόν το Κυνικό Τείχος και για αρκετό διάστημα μπορούσα να προσπερνάω στο δρόμο- χωρίς τύψεις και στενοχώρια -απλωμένα χέρια, ανθρώπινα ερείπια με κομμένα μέλη, μωρά να βυζαίνουν τις μανάδες τους στο πεζοδρόμιο, μπάτσους να ελέγχουν τα χαρτιά πακιστανών αποκαλώντας τους «ρε», ακόμα και τον τύπο με την τελείως ξεκούρδιστη λατέρνα, που συνεχίζει να γυρίζει κάθε μέρα κάπου κει γύρω από το κέντρο, κι ας είναι σκέτη ηχορύπανση.

 

«Τι να κάνουμε, έτσι είναι τα πράγματα, δεν θα αλλάξω εγώ τον κόσμο», έλεγα πού και πού στον εαυτό μου, κι αυτός ο μαλάκας με πίστευε και έκανε ότι δεν έβλεπε γύρω του.

 

«Ρουφάς σαν σφουγγάρι τη δυστυχία των άλλων», μου είχε πει ο Γιάννης και είχε δίκιο.

 

«Κοιτάς μόνο την πάρτη σου και αδιαφορείς για τους άλλους», του είχα απαντήσει και δεν είχα άδικο.

 

Μέχρι που ήρθε ένα απόγευμα και τέλειωσε το παραμύθι. Πηγαίναμε με το Χρήστο για δουλειά, εγώ οδηγούσα, αυτός δίπλα. «Μέχρι τριάντα χρονών», έλεγε η αγγελία, ήμασταν για πλάκα εκτός ορίων, αλλά χωρίς πλάκα άφραγκοι. «Πάμε και βλέπουμε», είχε πει ο Χρήστος.

 

«Πάρε, αγόρι μου, για να βάλετε κάτι στο στόμα σας στο δρόμο», είπε η μάνα μου και μου έβαλε στην τσέπη δύο γκοφρέτες. Τριανταφεύγα χρονών γαϊδούρι και η μάνα μου μου έδινε ακόμα γκοφρέτες «για το δρόμο».

 

«Άσε με, ρε μάνα», προσπάθησα να πω εκνευρισμένος, νιώθοντας ότι πάω ημερήσια εκδρομή στο Μουσείο Γουλανδρή. Ο Χρήστος περίμενε στην πόρτα.

 

Στη Βουλιαγμένης σταματήσαμε σ’ ένα φανάρι. Η πιτσιρίκα φόραγε ένα μισοσκισμένο πουλόβερ και κράταγε τρία πακέτα χαρτομάντιλα, ο πατέρας (;) της έπλενε τα παρπρίζ σε κάθε κόκκινο φανάρι, τώρα όμως κάθονταν και οι δύο δίπλα-δίπλα, ξεκουράζονταν. Έγνεψα στη μικρή και της πρότεινα την γκοφρέτα μου (ο Χρήστος είχε ήδη χλαπακιάσει τη δικιά του). Η μικρή δίστασε στην αρχή, κοίταξε τον πατέρα (;) της, εκείνος της έγνεψε «ναι». Πλησίασε, άρπαξε το γλυκό χωρίς να πει λέξη και γύρισε στο πεζοδρόμιο. Αμέσως ο πατέρας (;) της πετάχτηκε όρθιος και άρχισε να μου καθαρίζει το παρπρίζ και εγώ έψαξα τις τσέπες μου και βρήκα κάτι ψιλά και ο Χρήστος μουρμούρισε «τέλειωνε, θα ανάψει πράσινο».

 

Κατέβασα το παράθυρο, άπλωσα το χέρι.

 

«Όχι…όχι λεφτά», είπε εκείνος με σπαστά ελληνικά και μου έριξε ένα χαμόγελο που κάλεσε την ψυχή μου σε δείπνο και την κέρασε μέλι με ξυράφια…και το φανάρι άναψε πράσινο και η μικρή είχε μπουκωθεί τη σοκοφρέτα και τα μάγουλα της φούσκωναν και τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου και εγώ ξεκίνησα και αυτό ήταν. Και μετά από δύο λεπτά, ο Χρήστος είπε «ρε μαλάκα, κλαις;» και εγώ απάντησα ψέματα «πας καλά, ρε μαλάκα;… κάτι μου μπήκε στο μάτι».

 

Το Κυνικό Τείχος κατέρρευσε με πάταγο και ο εχθρός εισέβαλλε και λεηλάτησε την ψυχή μου χωρίς έλεος. Δεν υπήρχε άλλη λύση, γι’ αυτό και το πήρα απόφαση αμέσως. Θα επέτρεπα στον εαυτό μου να γίνεται κουρέλι με κάθε ευκαιρία. Και όσο αντέξω… 

b133008

Απόσπασμα από το βιβλίο Η τελική λήθη (δε φάιναλ θολούθιον) του Κωστάκη Ανάν, εκδόσεις Βαβέλ, 2008

9 Σχόλια leave one →
  1. 5 Ιουλίου, 2009 7:06 μμ

    Πάλι τα κατάφερες,
    καλό νάχεις !!

  2. 5 Ιουλίου, 2009 7:09 μμ

    και να σκορπίζεις απλόχερα,
    τα δώρα σου
    που τίποτε όρθιο δεν αφήνουν !

  3. 6 Ιουλίου, 2009 9:12 μμ

    εξαιρετικό αγαπητέ…αυτό για το στρατό του προηγούμενου σχόλιού μου, το παίρνω πίσω!!! Ο Silent που όλες γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε!

  4. 7 Ιουλίου, 2009 8:19 μμ

    Όπως γράφω και παρακάτω, το μόνο που κάνει το χρόνο να περνάει κάπως δημιουργικά εκεί μέσα/έξω είναι το διάβασμα, και από νωρίς αποφάσισα ότι μόνο έτσι θα την βγάλω καθαρή. Χαίρομαι που σας αρέσουν τα αποσπάσματα (όπως υποψιάζομαι) και θα προσπαθήσω να το συνεχίσω. Όσο για τα καλά σας λόγια, τι να πω; Κοκκινίζω σαν μπαλόνι…

  5. 7 Ιουλίου, 2009 10:00 μμ

    Γεια σου Silent, έλειψα λίγο και σε βρίσκω γερό, δυνατό, (αν και ακόμα «εντός»;) πολύ χαίρομαι

    Ωραίο το απόσπασμα

    Πάω τώρα να διαβάσω και τα άλλα σου

    πολλά φιλάκια, πολλή αγάπη
    🙂

  6. 10 Ιουλίου, 2009 11:15 πμ

    Σε χάσαμε πάλι …
    Καλημέρα 🙂

  7. 10 Ιουλίου, 2009 7:26 μμ

    Καλημέρα/καλησπέρα enfant! Δε χάθηκα από επιλογή ακριβώς, όπως γνωρίζεις…Επανέρχομαι δυναμικά από Κυριακή! Τα φιλιά μου!

  8. Post.Scriptum.Inter-Action. permalink
    10 Ιουλίου, 2009 8:12 μμ

    φρι θάιλεντ θέιλορ 🙂

  9. 14 Ιουλίου, 2009 6:35 μμ

    φρι χιμ, φρι χιμ!! 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: