Skip to content

Το κουδουνάκι

3 Φεβρουαρίου, 2009

 

africa

Κείμενο της Λορέτα Μακόλεϊ, Προέδρου Ένωσης Αφρικανών Γυναικών

 

 

 

[…] Μπορεί να μην υπήρχε πόλεμος που έφυγα από την Αφρική, αλλά είχαμε δικτατορία. Μέναμε μήνες χωρίς φως, χωρίς νερό, χωρίς δρόμο να περάσει ο κόσμος. Δεν περνάει όπως εδώ να καλέσεις ασθενοφόρο και τα λοιπά, δεν υπάρχει δρόμος κιόλας να καλέσεις ασθενοφόρο. Όποιος πεθαίνει, πεθαίνει. Όποιος ζει, ζει. Απλώς πε­ριμένουμε να πεθάνει κάποιος και το βλέπουμε φυσιολογικό.

 

Εγώ όταν ήρθα εδώ στην Ελλάδα και βλέπω πενήντα ή τριάντα χρονών άνθρωπο που έχει μαμά και πατέρα, που έχει γονείς, όλοι λέμε «πω, πω, πώς μπορεί;» Γιατί εμείς το έχουμε φυσιολογικό να χάσουμε τους ανθρώπους μας πολύ νωρίς. Και λέμε «πω, πω, πως μπορεί αυτή να είναι μεγάλη» ή «αυτός να είναι μεγάλος και να έχει μαμά ακόμα», να έχει γονείς ακόμα; Μας φάνηκαν περίεργοι.

 

Γιατί έχει φτάσει η στιγμή για να φύγουμε από τις χώρες μας που αρρωσταίνεις και δεν έχεις που να πας. Και για να φτάσεις στο νοσοκομείο με απλή σκωληκοειδίτιδα μπορεί να πεθάνεις γιατί δεν έχει φως στο νοσοκομείο, κρεβάτι πρέπει να πάρεις το δικό σου το στρώμα στο νοσοκομείο, να βρεις το δικό σου γιατρό, να έχεις τε­τράδιο για να γράφει ο γιατρός τη διάγνωσή σου γιατί δεν υπάρχει μηχανή τίποτα και απλώς πεθαίνει ο κόσμος έτσι.

 

Θυμάμαι μία νύχτα αρρώστησε η ανιψιά μου. Πού να πάμε; Εγώ με την αδερφή μου βγήκαμε δώδεκα η ώρα το βράδυ, να μην έχει φως και τα λοιπά, πού να πάμε; Δεν είχα πού να πάμε. Το παιδί πέθανε στα χέρια μου. Και θυμάμαι μια άλλη φορά ήμουνα με τη φίλη μου και η φίλη μου ήταν έγκυος και περπατούσαμε στο δρόμο και την έπιασε πόνος. Τι να κάνουμε; Μπες μέσα εκεί να γεννήσεις.

 

Πού να πας; Δεν έχεις τηλέφωνο να πάρεις να πεις ότι γέννησε μία κοπέλα εδώ. Έτσι κατέβηκα στα κοντινά σπίτια για να βρω με­γάλες γυναίκες που ήταν εκεί στο δάσος για να γεννήσει το παιδί. Και την άλλη φορά που μία φίλη μου γέννησε το παιδί μόνη της και πέθανε το παιδί και ήρθε σε μένα και χτύπησε το παράθυρο και λέει, «έχεις τσάπα;» Λέω, «τι θες να κάνεις με την τσάπα;» Μου λέει, «θέλω να θάψω το παιδί μου». Λέω, «πώς, μόνη σου;»

 

Όλα αυτά γίνονται στην Αφρική και κάποια στιγμή παίρνεις την απόφαση και λες, θα φύγω από δω, μία ζωή έχουμε, γιατί μία ζωή που έχω να ζήσω κι εγώ σαν άνθρωπος; Για να φύγω από δω. Και κάνεις την προσπάθεια και έφυγες από την Αφρική και αφήνεις τον κόσμο σου εκεί, κόσμος που δεν υπάρχει τώρα, γιατί μετά που εγώ έφυγα από τη χώρα μου έγινε εμφύλιος πόλεμος που έπρεπε να γί­νει και σκοτώνανε τις γειτονιές μας.

 

Παίρνεις τηλέφωνο από δω και ρωτάς, οι φίλοι σου που μεγαλώ­σατε μαζί ή η γειτονιά σου τι κάνουν και σου λένε, δεν ξέρεις ότι τους έκαψαν ζωντανούς όλους μέσα στα σπίτια τους; Δεν βρίσκεις κανέναν εκεί τώρα. Φεύγεις τέλος πάντων είσαι έξω και νομίζεις ότι γλίτωσες, αλλά δεν γλίτωσες ψυχολογικά. Ήρθες εδώ και ζητάς άδεια παραμονής και σου αρνιούνται, δεν σου δίνουν άδεια παρα­μονής, άλλο ψυχολογικό πρόβλημα, τι να κάνεις τώρα;

 

Σε παίρνουν τηλέφωνο από την Αφρική πάλι «θέλουμε αυτό, θέ­λουμε εκείνο, έχει αρρωστήσει αυτός», διάφορα προβλήματα. Κάτι Αφρικανοί που ζουν στην Ελλάδα, έχουν πάνω από εκατό άτομα που τους στέλνουν λεφτά για να ζουν, γιατί εσύ που ήσουνα εκεί στην κατάσταση που αφήνεις αυτούς εκεί τους λυπάσαι, άμα δεν στέλνεις δεν αισθάνεσαι καλά κι εσύ που είσαι εδώ. Κι απ’ την άλλη μεριά έχεις πρόβλημα με την άδεια παραμονής, τι θα κάνεις;

 

Εγώ, για παράδειγμα, όταν ήρθα εδώ στην Ελλάδα έπιασα δου­λειά στα σπίτια, για να μη με πιάσει η Αστυνομία και με στεί­λει πάλι στην Αφρική γιατί θα πεθάνουν κι αυτοί κι εγώ μαζί. Και έπιασα σε σπίτια δουλειά, κάτι που δεν ήξερα από την πατρίδα μου, δεν ήμουνα καθαρίστρια στην πατρίδα μου, δεν έκανα αυτές τις δουλειές, σπούδαζα όπως όλοι εδώ, έχω αυτά που πρέπει και ο προσανατολισμός μου δεν ήταν για να καθαρίζω σπίτια και να κάνω σε σπίτια δουλειά. Αλλά τέλος πάντων για να ζήσω εγώ και να ζήσουν αυτοί πάω και δουλεύω στα σπίτια, υπάρχουν πολλά προβλήματα μέσα τα σπίτια.

 

Και την άλλη μεριά είσαι από την άλλη ήπειρο, είσαι μαύρη, που δεν λέω ότι ο κόσμος εδώ είναι ρατσιστές, αλλά διαφορετικές κουλτούρες, δεν μπορεί ο ένας και ο άλλος να καταλάβει κι εμείς από το φόβο μας οι Αφρικανοί όλοι κλεινόμαστε μέσα στον εαυτό μας. Τέλος πάντων, πιάνεις δουλειά στα σπίτια, δουλεύεις έτσι για να μπορείς να συντηρήσεις τους δικούς σου.

 

Εγώ έκανα αυτό και μία στιγμή το ΄98 που έγινε η νομιμοποίηση λέω να φύγω κι εγώ έξω να πάω να μάθω κι εγώ λίγο ελληνικά, γι΄ αυτό μιλάω λίγο καλά ελληνικά τώρα, πήγα στο Λύκειο Ελληνίδων και άρχισα να μαθαίνω ελληνικά και σιγά-σιγά μαθαίνω ελληνικά και τα λοιπά. Αλλά συνέχεια τόσο ψυχολογικό πρόβλημα, δούλεψα σε ένα σπίτι γιατί μία στιγμή όλοι λέμε εμείς μεταξύ μας «εσύ άφησε αυτό, μην καθαρίζεις σπίτια, πήγαινε να φροντίζεις ηλικι­ωμένους».

 

Πήρα την απόφαση και άλλαξα δουλειά τότε που είχα τα χαρ­τιά, πάω να φροντίζω ηλικιωμένους και έτυχε να εργάζομαι σε ένα παππού που όλο χτύπαγε το κουδούνι ντάγκα, ντάγκα, κάθε στιγμή ντάγκα, ντάγκα, ντάγκα. Εγώ πάω εκεί κι όταν γυρίζω στο σπίτι μου το βράδυ ακούω το κουδούνι ντάγκα, ντάγκα, ντάγκα, συνέχεια. Εί­μαι στο λεωφορείο ντάγκα, ντάγκα, τρομάζω. Στο δρόμο, παντού. Αυτό είναι ψυχολογικό πρόβλημα.

 

Και όπως μιλάω τώρα να σας πω ότι υπάρχουν ιστορίες από άλ­λες γυναίκες από την Αφρική που κάνουν αυτή τη δουλειά ή κάνουν κάτι άλλο, που έχουν το ίδιο ψυχολογικό πρόβλημα. Οι περισσό­τεροι από μας δεν μπορούμε να μάθουμε ελληνικά, γιατί είμαστε τόσο φορτωμένοι που δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε και τι δεν κάνουμε. Λόγω άδειας παραμονής, λόγω διαφορετικού κλίματος, δεν μπορείς να ενταχθείς τόσο εύκολα στην κοινωνία. Αυτό έχουμε ως πρόβλημα εμείς οι Αφρικανοί.

  

Υ.Γ. Μια συζήτηση τον περασμένο Ιούνιο στο Γκάζι μεταφέρθηκε στο χαρτί και κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες σε μορφή βιβλίου. Πρόκειται για τα πρακτικά της συζήτησης με τίτλο: «Διασχίζοντας σύνορα: διαιώνιση ή φροντίδα του τραύματος» που είχε διοργανωθεί σπό το «Βαβέλ», κέντρο ημέρας για μετανάστες με προβλήματα ψυχικής υγείας της ΜΚΟ «Συν-ειρμός».  Μπορείτε να το κατεβάστε ηλεκτρονικά από εδώ.

7 Σχόλια leave one →
  1. kokalina permalink
    3 Φεβρουαρίου, 2009 1:43 μμ

    ευχαριστώ! και το έψαχνα…

  2. silentcrossing permalink
    3 Φεβρουαρίου, 2009 8:17 μμ

    @kokalina παρακαλώ…Είναι όλο εξαιρετικό. Η Λορέτα είναι πηγή έμπνευσης για πολλούς από εμάς για τους αγώνες και το δυναμισμό της

  3. 4 Φεβρουαρίου, 2009 10:27 μμ

    Μπράβο σου. Εξαιρετική ανάρτηση. Έχει σημασία να καταλάβουν όσο το δυνατόν περισσότεροι, τι σημαίνει να ξεριζώνεσαι απ’ τον τόπο σου και να προσπαθείς να ζήσεις όπως-όπως κάπου αλλού. Φαίνεται, αν και λαός που μετανάστευσε, τα ξεχάσαμε πια αυτά… Καλό βράδυ.

  4. silentcrossing permalink
    4 Φεβρουαρίου, 2009 11:29 μμ

    Κατερίνα σε ευχαριστώ. Αυτό που με συγκίνησε στο κείμενο της Λορέτα είναι ότι δεν είναι καταγγελτικό ή μεμψήμοιρο, αλλά μιλάει για απλά καθημερινά πράγματα που εμείς ποτέ δεν έχουμε μπει στη διαδικασία να σκεφτούμε. Επίσης, μου άρεσε που έχει κάποια μικρά γραμματικά λάθη, που δεν το διόρθωσε κανείς το κείμενο. Αυτή είναι η πραγματικότητα της μετανάστευσης, σκληρή ή γλυκιά και σίγουρα όχι μονοδιάστατη..καλό βράδυ και σε σένα

  5. 5 Φεβρουαρίου, 2009 12:14 μμ

    την καλημέρα μου …και να πω ένα μπράβο για την ανάρτησή σου…

  6. silentcrossing permalink
    5 Φεβρουαρίου, 2009 1:23 μμ

    Καλημέρα. Το μπράβο αξίζει στους ανθρώπους που καταφέρνουν να ζουν σε αυτή τη χώρα κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, που κακοποιούνται καθημερινά από κρατικούς και παρακρατικούς φορείς. Και δεν μας έχουν βάλει ακόμα φωτιά να μας κάψουν όλους…

Trackbacks

  1. Δύσκολες μέρες, αλλά… « AikateriniTempeli’s Weblog

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: